Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 12,16-21· 14,35)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Τὰ ἁμαρτήματα τοῦ πλεονέκτου πλουσίου

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Εἴδατε πῶς τελειώνει; «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν», λέει, «ἀκουέτω» (Ματθ. 14,35)· ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούῃ. –Μά, θὰ πῆτε, ὅλοι ἔχουμε αὐτιὰ κι ἀκοῦμε, δὲν εἴμαστε κουφοί· πῶς λοιπὸν μᾶς λέει «Ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούῃ»; Τὸ λέει, διότι μᾶς ἔδωσε μὲν ἐκεῖνος αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἀκοῦμε τὰ λόγια του, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ πολλοὶ βούλωσαν τ᾽ αὐτιά τους καὶ δὲν θέλουν ν᾽ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Μέσα σὲ 20 χιλιάδες ἀνθρώπους, εἶνε ζήτημα ἂν ὑπάρχουν 10 αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἂν οἱ ἄνθρωποι ἄκουγαν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἡ γῆ αὐτὴ θὰ ἦταν παράδεισος.

Τί λέει λοιπὸν σήμερα τὸ εὐαγγέλιο; Ἕνας ἄνθρωπος, λέει, ἦταν πλούσιος· εἶχε σπίτια, κτήματα, ἀποθῆκες, κοπάδια, περιβόλια, χωράφια· κ᾽ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καλλιέργειες εἶχαν μεγάλη ἀπόδοσι, ἀμπέλια καὶ ἐλιὲς λύγιζαν ἀπ᾽ τὸ βάρος τῶν καρπῶν.

Εἶχε τέτοια εὐφορία, ὥστε γέμισαν οἱ ἀποθῆκες καὶ δὲν εἶχε ποῦ νὰ βάλῃ τὸ σιτάρι, τὸ καλαμπόκι, τὰ λάδια, τὰ κρασιά. Ἄρχισε νὰ στενοχωριέται. «Τί νὰ κάνω;» ἔλεγε μὲ ἀγωνία (Λουκ. 12,17). Περίεργος λόγος. Νά ᾽χῃ γεμᾶτες τὶς ἀποθῆκες ἀπὸ τρόφιμα, νὰ κολυμπάῃ μέσα στὰ λεφτά, καὶ νὰ τὸν πιάνῃ ἡ ἀγωνία! Τὸ «τί νὰ κάνω;» δὲν τὸ λέει ἡ χήρα μὲ τὰ ὀρφανά, δὲν τὸ λέει ὁ ἐργάτης ποὺ σκάβει στὰ ὀρυχεῖα, δὲν τὸ λέει ὁ φτωχὸς ποὺ ζητιανεύει, καὶ τὸ λέει ὁ πλούσιος; Τί σημαίνει αὐτό· σημαίνει ὅτι ἔχει ἀγωνία ὁ φτωχός, ἀλλὰ πιὸ μεγάλο καρδιοχτύπι ἔχει ὁ πλούσιος. Ὁ φτωχὸς κοιμᾶται ἥσυχος· ὁ πλούσιος δὲν κοιμᾶται, φοβᾶται μήπως ἔρθουν κλέφτες καὶ τὸν κλέψουν.

Νύχτωσε, κι αὐτὸς ἀκόμη σπάει τὸ κεφάλι του. «Τί νὰ κάνω;» λέει. Ὅλοι κοιμοῦνται, τὰ πουλιὰ στὰ δέντρα, τὰ παιδιὰ στὶς κοῦνιες, κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ φυλακισμένοι στὰ κελλιά τους. Ἕνας δὲν κοιμᾶται· ὁ πλεονέκτης δοῦλος τῆς φιλαργυρίας. Τὴ νύχτα ἀνοίγει τὰ τεφτέρια του, μετράει χαρτονομίσματα καὶ λίρες. Ποῦ νὰ ἀσφαλίσω, λέει, τὰ ὑπάρχοντά μου; Καὶ αἴφνης βρίσκει μιὰ λύσι. Νά τί θὰ κάνω, λέει· θὰ γκρεμίσω τὶς παλιὲς ἀποθῆκες, θὰ χτίσω καινούργιες, κ᾽ ἐκεῖ θὰ μαζέψω ὅλους τοὺς καρπούς· τὸ σιτάρι, τὸ καλαμπόκι, τὶς ἐλιές, τὸ κρασί, τὸ λάδι. Καὶ μετὰ θὰ πῶ στὴν ψυχή μου· «Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά», ποὺ θὰ βαστάξουν γιὰ πολλὰ χρόνια· τώρα λοιπὸν «ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ἔ.ἀ. 12,19).

Ἔτσι λογάριαζε. Μὰ «χωρὶς τὸν ξενοδόχο». Τὴ νύχτα τοῦ ᾽ρθε «ἀστροπελέκι». Τί; Αἰφνίδιος θάνατος. Δὲν τοῦ ᾽δωσε ὁ χάρος οὔτε λίγα λεπτά. Μπρός, τοῦ λέει, σὲ παίρνω στὰ φτερά μου!… Τὸν πῆρε, καὶ δὲν χάρηκε τίποτα.

* * *

Τί κακὸ ἔκανε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; θὰ ρωτήσετε· γιατί τὸν τιμώρησε ἔτσι ὁ Θεός; Σκότωσε; Ὄχι. Ἔκλεψε; Δὲν φαίνεται. Μπῆκε σὲ ξένο σπίτι ν᾿ ἀτιμάσῃ γυναῖκα ἢ κορίτσι; Οὔτε. Πῆρε ψεύτικο ὅρκο σὲ δικαστήριο; Ὄχι. Βλαστήμησε; Δὲν ἀκούστηκε. Τί ἔκανε τέλος πάντων καὶ τὸν πῆρε ὁ χάρος τόσο ἀπότομα; Τί ἔκανε! Ἁμάρτησε. Καὶ ποιά εἶνε τὰ ἁμαρτήματά του; Ἕνα, δύο, τρία, τέσσερα.

Τὸ πρῶτο. Τὸν ἀκοῦτε τί λέει; Ξένα πράγματα τά ᾽κανε δικά του. Ποιά εἶνε τὰ ξένα; Τὰ χωράφια. Μὰ αὐτὰ δὲν εἶνε δικά του; Λάθος κάνεις. Ἕνας εἶνε ὁ Ἰδιοκτήτης. Δὲν ἀκοῦτε τί λέμε στὴν ἐκκλησία· «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς», στὸν Κύριο ἀνήκει ἡ γῆ καὶ ὅλα ὅσα σηκώνει πάνω της (Ψαλμ. 23,1). Τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε ποιός τὸ ἔκανε; Δικό μας εἶνε; Φαίνεται κάτι εὐτελές, μὰ αὐτὸ ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ χρυσάφι. Σᾶς φαίνεται περίεργο; Πάρτε δύο γλάστρες, μία γεμάτη χῶμα καὶ μία γεμάτη χρυσόσκονη - χρυσάφι. Ποιά προτιμᾶτε; Τὸ χρυσάφι εἶνε στεῖρο, ἄγονο· τὸ χῶμα ἔχει τὴν ἀξία, γιατὶ γεννάει. Καὶ μόνο τὸ χῶμα; Ὁ σπόρος; αὐτὸ τὸ μικρούτσικο πραγματάκι, ποὺ καὶ μόνο αὐτὸ φτάνει ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός; Ὅλη ἡ ἐπιστήμη νὰ μαζευτῇ, ἕνα σπόρο δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ· κρύβει τόση δύναμι ὁ σπόρος! Τοῦ Θεοῦ εἶνε ὅλα· ἡ γῆ, οἱ σπόροι, τὸ νερό, ὁ ἀέρας, ὁ ἥλιος. Καὶ ὅμως ὁ πλούσιος αὐτὸς τί ἔλεγε· «τοὺς καρπούς μου», «τὰ γεννήματά μου», «τὰ ἀγαθά μου», τὰ ὑπάρχοντά μου (Λουκ. 12,17-18). Ὤ ἐκεῖνο τὸ «μου»!… Τὸ ἕνα λοιπὸν ἁμάρτημά του ἦταν, ὅτι πράγματα ποὺ ἀνήκουν στὸ Θεὸ αὐτὸς τὰ σφετερίστηκε, τὰ παρουσίασε ὡς δικά του.

Τὸ δεύτερο ποιό εἶνε· ὅτι, ἐνῷ οἱ ἀποθῆκες του γέμισαν ἀπὸ ἀγαθά, αὐτὸς δὲν εἶπε ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Θεό. Βλέπεις τὴν κόττα· πίνει μιὰ σταλαγματιὰ νερὸ καὶ ὑψώνει τὸ κεφάλι της πρὸς τὰ πάνω, σὰ νὰ λέῃ· Σ᾽ εὐχαριστῶ, Θεέ μου. Βλέπεις τὸ σκύλο· τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο, δὲν ἔχει γλῶσσα νὰ πῇ εὐχαριστῶ, καὶ κουνάει τὴν οὐρά του σὰ νὰ σοῦ λέῃ, Ἀφεντικό, σ᾽ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ θυμήθηκες. Κι ὁ ἄνθρωπος; τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα καὶ βλαστημάει τὸ Θεὸ ὁ ἀχάριστος, ὁ ἀχαρακτήριστος!

Τὸ τρίτο ἁμάρτημά του ποιό ἦταν; Ἔπρεπε νὰ σκεφτῇ, ὅτι ἔξω ἀπ᾽ τὸ σπίτι του ὑπάρχουν καὶ κάποιοι πεινασμένοι. Τί ἔπρεπε νὰ κάνῃ; Νὰ κρατήσῃ ὅ,τι χρειαζόταν γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του, καὶ τὰ περισσεύοντα ἀγαθὰ νὰ τὰ μοιράσῃ. Τὰ λέει αὐτὰ τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ ἔρθουν οἱ κομμουνισταὶ νὰ μᾶς τὰ ποῦν· τά ᾿πε πολὺ ἐνωρίτερα ὁ Χριστός· καὶ ὅ,τι ὡραῖο ἔχουν οἱ κομμουνισταί –ἂν ἔχουν κάτι ὡραῖο–, τό ᾽χουν παρμένο ἀπ᾽ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἂν ἀκοῦμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο.

Καὶ ἡ τέταρτη ἁμαρτία ποιά ἦταν· ὅτι ἔζησε σὰν κτῆνος, σὰν τὸ ζῷο. Ἔχετε δεῖ χοῖρο; Δὲν σηκώνει ποτὲ τὸ κεφάλι του ἐπάνω· εἶνε πάντα σκυμμένος κάτω, ψάχνει μέσ᾿ στὶς λάσπες καὶ καταβροχθίζει ἀποφάγια. Μόνο μιά φορὰ ὁ χοῖρος βλέπει τὸν οὐρανό· ὅταν τὸν πιάσῃ ὁ χασάπης καὶ τὸν γυρίσῃ ἀνάποδα γιὰ νὰ τὸν σφάξῃ· τότε γιὰ πρώτη φορὰ βλέπουν τὰ μάτια του οὐρανό· καὶ μένει λίγο βουβός, δὲν γρυλίζει. Ἔτσι κι ὁ πλεονέκτης πλούσιος· περνάει ὅλη τὴ ζωή του σκυμμένος στὴν ὕλη, καὶ μόνο ὅταν ἔρχεται ξαφνικὰ ὁ ἀρχάγγελος νὰ τὸν πάρῃ, τότε ἀνοίγουν τὰ μάτια του καὶ βλέπει ὅτι, πέρα ἀπ᾽ τὰ χωράφια καὶ τὰ καλαμπόκια καὶ τὰ σιτάρια καὶ τὰ σπίτια καὶ τ᾽ αὐτοκίνητα καὶ τὰ χρήματα καὶ τοὺς πυραύλους, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος.

Τότε βλέπει πόσο λάθος ἔκανε, πόσο ἀπατήθηκε· «λογάριασε χωρὶς τὸν ξενοδόχο» κι αὐτός. Περίμενε πὼς θὰ ζήσῃ ἑκατὸ χρόνια, καὶ δὲν ἔζησε παρὰ ἐλάχιστο. Ὅπως τὸ γεράκι πέφτει ξαφνικὰ στὸ λιβάδι κι ἁρπάζει τὴν ὄρνιθα, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος –ὁ χάρος ποὺ λένε– ἁρπάζει μικροὺς καὶ μεγάλους.

• Στὴ Φλώρινα ἕνα παιδὶ 19 χρονῶν, ἔξυπνο, ἱκανώτατο, ὡραιότατο, πῆρε τὸ αὐτοκίνητο τοῦ πατέρα του νὰ κάνῃ μιὰ βόλτα· πέρασε ἀπὸ ἕνα γεφύρι, ἐκεῖ γλίστρησε, ἔπεσε, σκοτώθηκε. Ποιός τὸ περίμενε; Ὁ πατέρας του ἑτοιμαζόταν νὰ τὸν ἀρραβωνιάσῃ, μὰ τὸν «ἀρραβώνιασε» ὁ θάνατος.

• Μιὰ γριὰ πάλι ἀπὸ ἕνα χωριὸ ἦρθε κλαμένη· –Ἔχασα τὸν ἄντρα μου!… –Τί εἶχε; –Τίποτα· σηκωθήκαμε τὸ πρωί, ἤπιαμε καφφέ, πήραμε τὸ τσεκούρι καὶ πήγαμε γιὰ ξύλα, κ᾽ ἐκείνη τὴν ὥρα κάτι ἔπαθε καὶ πέφτει κάτω· συγκοπὴ καὶ πέθανε.

• Ἄλλος πάλι πέθανε στὸ καφφενεῖο, ἐνῶ περίμενε νὰ τοῦ φέρῃ ὁ σερβιτόρος τὸν καφφὲ ποὺ παρήγγειλε.

• Ἄλλος μπαίνει στὸ ἀεροπλάνο ἀπὸ Θεσσαλονίκη καὶ μέχρι νὰ φτάσῃ στὴν Ἀθήνα πεθαίνει.

• Ἄλλος μπαίνει στὸ καράβι νὰ πάῃ στὴν Αὐστραλία, πεθαίνει μέσ᾿ στὸν ὠκεανὸ καὶ τὸν ῥίχνουν στὴ θάλασσα…

«Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» (ἔ.ἀ. 12,20). Ἄγνωστη ἡ ὥρα. Γι᾽ αὐτὸ νά ᾽χουμε ὅλοι ἕτοιμα τὰ εἰσιτήριά μας. Ποιό εἶνε τὸ εἰσιτήριο· νὰ πιστεύουμε στὸ Χριστό, νὰ μετανοοῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ μᾶς πάρῃ ὁ Κύριος κοντά του, ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους.

* * *

Αὐτὰ τὰ λίγα, ἀγαπητοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ κι ἂς τὰ προσέξουμε ὅλοι. Νὰ ζήσουμε στὸν κόσμο μὲ τὴ σκέψι, ὅτι γυμνοὶ γεννηθήκαμε καὶ γυμνοὶ θὰ πεθάνουμε. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔπιασε στὰ χέρια του χρήματα, γι᾽ αὐτὸ δὲν εἶνε μὲ τοὺς πλουσίους πλεονέκτες καὶ φιλαργύρους· ὁ Χριστὸς εἶνε μὲ τοὺς φτωχούς, αὐτοὺς ποὺ ἀρκοῦνται στὰ λίγα. Αὐτὸς ποὺ ἀρκεῖται στὰ λίγα εἶνε εὐλογημένος· ἐκεῖνος ποὺ θέλει τὰ πολλὰ δὲν εἶνε τοῦ Θεοῦ, εἶνε τοῦ διαβόλου.

Θά ᾽ρθῃ μιὰ μέρα ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ πλούτη θὰ ἐξανεμιστοῦν. Θὰ τὸ δῆτε αὐτό· θὰ περάσουν τὰ χρόνια καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ νομίσματα θὰ καταργηθοῦν· ἕνα «νόμισμα» θὰ ἰσχύῃ πάντοτε, ἡ τίμια ἐργασία, ἡ εὐλογημένη δουλειά. Ὅποιος δουλεύει θὰ ζῇ, ὅποιος δὲν ἀγαπᾷ τὴ δουλειὰ θά ᾽νε δυστυχισμένος. Τὸ χρῆμα, αὐτὸς ὁ «μαμωνᾶς» (Ματθ. 6,24. Λουκ. 16,13), διέφθειρε τὴν ἀνθρωπότητα. ἡ φιλαργυρία καί ἡ πλεονεξία έφερε όλα τά κακά (βλ. Α’ Τιμ.6,10). Αυτά μας διδάσκει τό ευαγγέλιο σήμερα καί αυτά νά τηρούμε.

Sunday the 8th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©