ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Παράλυτος καὶ παράλυτοι

«Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν» (Ἰω. 5,3)

Του μ. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ τετάρτη Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ἡ Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἐξακολουθεῖ νὰ ψάλλεται μέσα στὴν ἐκκλησία, καὶ θὰ ψάλλεται ἔτσι μέχρι τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν εἶνε ἀρκετό. Στὰ χρόνια τὰ παλιά, τὰ εὐλογημένα, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν τὸ ἔλεγαν μόνο μέσα στὴν ἐκκλησία· ἦταν ὁ χαιρετισμὸς ὅλων τῶν Χριστιανῶν παντοῦ. Τώρα μόνο τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως ἀκούγεται, καὶ πάλι ψυχρά. Σήμερα, σὲ ἐποχὴ ὑλιστική, ποὺ τὸ πνεῦμα σβήνει καὶ ἡ πίστι ψυχραίνεται, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀκούγεται πολὺ ἄτονα.

Ἄλλα πράγματα συγκινοῦν· ὄχι ἡ ἁγία πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ μιὰ ζωὴ ὑλιστική, ὅ,τι ἐνδιαφέρει τὸ σῶμα. Θέλετε ἀπόδειξι; Κάνω μιὰ ὑπόθεσι, γιὰ νὰ αἰσθανθῆτε αὐτὸ ποὺ λέμε. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι διαδίδεται μία εἴδησις· Ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, σὲ ἀπόστασι χιλιομέτρων, πάνω σ᾽ ἕνα ἀπόκρημνο βουνό, βρέθηκε μιὰ πηγὴ ποὺ τὸ νερό της εἶνε θεραπευτικό. Ὅποιος πιῇ καὶ λουστῇ σ᾽ αὐτό, ἂν πάσχῃ π.χ. ἀπὸ ἀρθριτικὰ ἢ ῥευματικά, γίνεται ἀμέσως καλὰ χωρὶς φάρμακα ἢ ἄλλη ἰατρικὴ βοήθεια· ἂν εἶνε τυφλὸς βλέπει τὸ φῶς του, ἂν εἶνε κουφὸς ἀκούει, ἂν εἶνε κουτσὸς πετάει τὰ δεκανίκια· καὶ ἂν πάσχῃ ἀπὸ καρκίνο, τὴ μάστιγα αὐτὴ τῆς ἀνθρωπότητος, θεραπεύεται. Μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τί θὰ γίνῃ, ἂν ἀκουστῇ κάτι τέτοιο; Θὰ τρέξῃ κόσμος πατεῖς με - πατῶ σε· θὰ χρειαστῇ ἡ ἀστυνομία νὰ βάλῃ τάξι.

* * *

Μία ὑπόθεσις εἶνε αὐτή. Μὰ κάτι τέτοιο, ἀγαπητοί μου, λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Ὅτι στὰ Ἰεροσόλυμα, κοντὰ στὴν λεγομένη προβατικὴ πύλη τοῦ τείχους τῆς πόλεως, ὑπῆρχε μία πηγὴ μὲ κολυμβήθρα, ἡ ὁποία εἶχε ὄχι ἁπλῶς ἰαματικὰ ἀλλὰ θαυματουργὰ νερά. Τί δηλαδὴ συνέβαινε ἐκεῖ. Κάπου - κάπου, σὲ ὥρα ἀπροσδιόριστη, τὰ νερὰ τῆς κολυμβήθρας, ἐνῷ ἦταν ἤρεμα, ξαφνικὰ ταράσσονταν.

Κάποιος ἄγγελος κατέβαινε ἀπὸ τὰ οὐράνια, τάραζε τὸ νερό, κι ὅποιος προλάβαινε νὰ πέσῃ πρῶτος μέσα, αὐτὸς θεραπευόταν, ὅποια κι ἂν ἦταν ἡ ἀσθένειά του· ἂν ὅμως, ὕστερα ἀπὸ ἕνα δευτερόλεπτο, ἔπεφτε κ᾽ ἕνας ἄλλος, τὰ νερὰ ἔπαυαν νὰ ἔχουν γι᾽ αὐτὸν θεραπευτικὴ δύναμι.

Γι᾽ αὐτὸ ἐκεῖ εἶχαν μαζευτῆ, κάτω ἀπὸ πέντε στοὲς - ὑπόστεγα, πολλοὶ ἀσθενεῖς (τυφλοί, κουτσοί, κάθε λογῆς σακάτηδες) ζητώντας θεραπεία.

Μεταξὺ ὅλων ἐκείνων ἦταν κ᾽ ἕνας ἄντρας πολὺ δυστυχισμένος. Ἦταν παράλυτος. Τὸν εἶχαν φέρει συγγενεῖς; φίλοι; καὶ τὸν εἶχαν ἀφήσει κάτω ἀπὸ μία στοά, μονάχο κι ἀβοήθητο. (Ἔτσι κάνουν κάποιοι καὶ σήμερα· ἂν ἔχουν κανένα συγγενῆ ποὺ τοὺς εἶνε βάρος στὸ σπίτι, πᾶνε καὶ τὸν πετᾶνε στὸ Ἄσυλο τῶν Ἀνιάτων, καὶ δὲν ξαναπερνοῦν πιὰ νὰ τὸν δοῦν. Ἂς εἶνε καλὰ κάτι ἡρωίδες νοσοκόμες ποὺ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀρρώστους. Αὐτὰ συμβαίνουν στὸν ἄσπλαχνο κόσμο· ὑπάρχουν ἀνάπηροι καὶ γέροι σὲ γηροκομεῖα, ποὺ ἔχουν χρόνια νὰ δοῦν συγγενῆ τους).

Καὶ ὁ παράλυτος αὐτὸς τῆς Βηθεσδὰ ἔμεινε μόνος - ὁλομόναχος ἐπὶ τριανταοχτὼ χρόνια παρακαλῶ. Ἔβλεπε κάθε τόσο νὰ θεραπεύωνται ἄλλοι, μὰ αὐτὸς ἔμενε ἐκεῖ καρφωμένος στὸ κρεβάτι. Ὑπέμενε τὸ μαρτύριο ἀγόγγυστα, χωρὶς νὰ βλαστημήσῃ. Εἶχε ἐλπίδα· κι ὅποιος ἐλπίζει δὲν εἶνε δυστυχισμένος. Ἤλπιζε, ὅτι ὁ δίκαιος Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ ἀλλὰ μιὰ μέρα θὰ τὸν θυμηθῇ.

Καὶ νά τώρα· ὄχι ἄγγελος, ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων ποὺ κατέβηκε στὴ γῆ τὸν ἐπισκέπτεται. Τὸν σπλαχνίστηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὡς ἕνας ἄγνωστος ἄνθρωπος τὸν πλησιάζει, συνομιλεῖ μαζί του καὶ μ᾽ ἕνα λόγο του παντοδύναμο τοῦ λέει, νὰ σηκωθῇ ἐπάνω καὶ ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ περπατάῃ.

Σὰν νὰ πέρασε τὸ κορμί του ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, τινάζεται ὄρθιος καί, αὐτὸς ποὺ δὲν μποροῦσε οὔτε τὸ κουτάλι του νὰ πιάσῃ, σηκώνει στὸν ὦμο τὸ κρεβάτι του, καὶ φεύγει μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια ὅλων, ποὺ τὸν βλέπουν καὶ δοξάζουν τὸ Θεό.

* * *

Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶνε εἰκόνα μιᾶς ἄλλης δεξαμενῆς, ἡ ὁποία κάνει θαύματα μεγαλύτερα ἀπ᾽ ὅ,τι ἔκανε ἡ κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά. Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ δεξαμενή; Θὰ σᾶς τὸ πῶ, μὰ θὰ συγκινηθῆτε; Ἐὰν ἀκούγατε αὐτὸ ποὺ εἶπα στὴν ἀρχή, ὅτι ὑπάρχει κάπου μιὰ βρυσούλα ποὺ κάνει θαύματα, θὰ τρέχατε. Δὲν εἶνε ὅμως φαντασία, εἶνε ἀλήθεια· ὑπάρχει μιὰ ἄλλη δεξαμενή, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἰαματικὲς πηγές. Τρέχουν τὰ νάματά της τὰ ζωογόνα ἀενάως. Ὅποιος πιῇ ἀπ᾽ τὸ νερό της, «δὲν θὰ διψάσῃ ποτέ» πιά, ξεδιψᾷ ἅπαξ διὰ παντός (βλ. Ἰω. 4,14· 6,35).

Κάθε σταλαγματιά της καὶ θαῦμα. Ἂν τὸ πιστεύαμε, ἂν τὸ νιώθαμε!… Ποιά εἶνε ἡ δεξαμενὴ αὐτή; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία μας. Ποιά Ἐκκλησία; Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶνε ἡ δεξαμενή· καὶ κάνει θαύματα μεγάλα. Ποιά θαύματα; Στὸν ὑλιστικὸ αὐτὸν αἰῶνα, στὴν Ἐκκλησία καταφεύγουμε μόνο ὅταν ἀσθενήσῃ τὸ σῶμα· τότε θυμόμαστε Θεό, Παναγία, ἁγίους. Λησμονοῦμε ὅτι, προτοῦ ν᾽ ἀρρωστήσῃ τὸ κορμί, ὑπάρχει κάτι ἄλλο ποὺ ἀσθενεῖ· ἔχουμε μέσα μας ἕναν ἄλλο σοβαρὰ ἄρρωστο. Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Εἶνε ὁ ψυχικός μας κόσμος· πάσχει ἡ ψυχή. Δηλαδή; Δὲν ὑπάρχει μόνο π.χ. τύφλωσις σωματική· οἱ σωματικὰ τυφλοὶ εἶνε λίγοι, οἱ ψυχικὰ τυφλοὶ εἶνε πολλοί· εἶνε ὅσοι δὲν βλέπουν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.

Ὑπάρχουν ψυχικὰ κουφοί· αὐτοὶ ἀλλοῦ τεντώνουν τ᾽ αὐτιά τους ν᾽ ἀκούσουν, ἂν ὅμως πρόκειται γιὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ὁ διάβολος λὲς καὶ τοὺς ἔφραξε τ᾽ αὐτιὰ μὲ βουλοκέρι. Πολλοὶ ἔχουν γλῶσσα γιὰ φλυαρίες καὶ βλασφημίες, δὲν ἔχουν ὅμως γλῶσσα νὰ ὁμολογήσῃ καὶ νὰ δοξάσῃ τὸ Θεό. Πολλοί, ἐνῷ ἡ καρδιά τους σκιρτάει γιὰ τὴ μάνα ἢ τὸ παιδί τους, ὅταν ἀκούσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἄκαρδοι. Ὅλοι αὐτοὶ εἶνε ψυχικῶς παράλυτοι· χέρια ἔχουν καὶ χέρια δὲν ἔχουν, πόδια ἔχουν καὶ πόδια δὲν ἔχουν, αὐτιὰ ἔχουν καὶ αὐτιὰ δὲν ἔχουν, μάτια ἔχουν καὶ μάτια δὲν ἔχουν…

Τί θὰ γίνῃ γι᾽ αὐτούς; Ὑπάρχει ἐδῶ ἡ δεξαμενή· ἂν ἔλθουν στὴν Ἐκκλησία μὲ πίστι, θὰ γίνῃ τὸ θαῦμα· ὁ κουφὸς θ᾽ ἀνοίξῃ τὰ αὐτιά του στὸ εὐαγγέλιο καὶ θὰ πῇ ἀκούω, ὁ τυφλὸς θὰ δῇ τὸ φῶς του καὶ θὰ πῇ βλέπω, ὁ κουτσὸς θὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸ τῆς δικαιοσύνης, θὰ γίνῃ ἕνας ζωντανὸς ἄνθρωπος… –Μὰ γίνονται τέτοια θαύματα; θὰ πῆτε. Τὰ θαυματουργὰ νάματα τῆς Ἐκκλησίας, εἴκοσι αἰῶνες τώρα, γιατρεύουν τὸν ἄρρωστο ψυχικὸ κόσμο τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου κάθε τάξεως, ἀπὸ τὸν πιὸ ἄσημο μέχρι τὸν πιὸ ἐπίσημο.

Βασιλεὺς π.χ. ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος (ἑορτάζει στὶς 21 Μαΐου), ὁ ὁποῖος ὅμως στὸ παρελθόν του ὑπῆρξε καὶ μεγάλος ἁμαρτωλός· ἀλλὰ συναισθάνθηκε τὴν ἁμαρτωλότητά του, μετανόησε, βαπτίσθηκε, καὶ ἀπέθανε φέροντας τὸ λευκὸ χιτῶνα καὶ ἐπικαλούμενος τὸ θεῖο ἔλεος, ὅπως ἄλλοτε ὁ Δαυΐδ.

* * *

Μεγάλη κολυμβήθρα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μὲ τὰ ἱερὰ μυστήριά της. –Γιατί τώρα, θὰ μοῦ πῆτε, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶνε τόσο εὐεργετική, ὁ κόσμος δὲν ἔρχεται σ᾽ αὐτήν; Ἡ ἀπάντησις εἶνε, ὅτι ὁ σατανᾶς, ἐπειδὴ ξέρει πόσο ὠφελεῖται ὁ καθένας στὴν Ἐκκλησία, φέρνει ποικίλα ἐμπόδια.

Τὸ λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· Σᾶς καλῶ καὶ δὲν ἔρχεστε· ὁ ἕνας λέει –Εἶνε καλοκαίρι κ᾽ ἔχει ζέστη, ὁ ἄλλος –Εἶνε χειμώνας πέφτει χιόνι, ἄλλος –Σήμερα βρέχει… Προφάσεις ὅλα αὐτά. Σᾶς βλέπω ὅμως, λέει, τὴν Κυριακὴ νὰ τρέχετε σὰν κοπάδι στὰ ἱπποδρόμια καὶ μὲ ζέστη καὶ μὲ χιόνι καὶ μὲ βροχή…

Ἄχ αὐτὴ ἡ γενεά μας! γιὰ μιὰ μπάλλα κάθεται στὸ γήπεδο ὑπὸ ὁποιεσδήποτε καιρικὲς συνθῆκες, στὴν ἐκκλησία ὅμως δὲν ἔρχεται. Εἶνε κι αὐτὸ μιὰ ἀπόδειξι ὅτι ὑπάρχει διάβολος. Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Σὰν τὰ παιδιὰ στὸ χωριὸ πού, ὅταν πιάσουν ἕνα πουλί, δένουν τὸ ποδαράκι του μ᾽ ἕνα σχοινάκι καὶ μετὰ τ᾽ ἀφήνουν. Τὸ ταλαίπωρο πετάει λίγο, τὸ παιδὶ τραβάει τὸ σχοινὶ καὶ μαζεύει πάλι τὸ πουλάκι στὴν ἀγκαλιά του.

Κ᾽ ἐμᾶς ὁ διάβολος μᾶς ἔχει δέσει μὲ κάποια κακὴ συνήθεια, κάποιο πάθος· καί, ἐνῷ διψᾶμε τὸ Θεό, μᾶς τραβάει κάτω. Μπρὸς λοιπόν, ἀδέρφια μου, ἡ Ἐκκλησία νὰ γίνῃ τὸ κέντρο! Πάνω ἀπὸ ἀθλητικοὺς ἀγῶνες, θεάματα καὶ ψυχαγωγίες, πάνω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, πάνω ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, νά ᾽νε ἡ Ἐκκλησία μας, αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔσωσε καὶ ὡς ἔθνος.

Νὰ γίνῃ πάλι ἡ Ἐκκλησία ἡ χαρά, τὸ θέλγητρο, ἡ ζωή μας. Ὁ καθένας μας νὰ κόψῃ τὰ σχοινιὰ ποὺ τὸν δεσμεύουν. Ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα, φτερὰ στὰ πόδια ὅλοι! μικροὶ - μεγάλοι στὸ ναό, ζητώντας τὸ θεῖο ἔλεος· καὶ τότε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς εὐλογήσῃ, θὰ μᾶς σώσῃ, θὰ μᾶς ἀξιώσῃ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Wednesday the 21st. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©