Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 9,17-31)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Γιατί δυσπιστοῦμε;

«Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μᾶρκ. 9,24)

Του μ. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Δαιμόνιο, ἀγαπητοί μου, δαιμόνιο ἐξαιρετικὰ κακοποιὸ ἦταν τὸ δαιμόνιο ποὺ βασάνιζε τὸν δυστυχισμένο νέο τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία. Πῶς νὰ παρομοιάσουμε, μὲ ποιά εἰκόνα νὰ παραστήσουμε τὴν φρικτὴ κατάστασι τοῦ δαιμονισμοῦ; Ὅταν –μὴ γένοιτο, Κύριε–, ὅταν τὸ δαιμόνιο ἐπιτρέψῃ ὁ Θεός, γιὰ διαφόρους λόγους ποὺ εἶνε δύσκολο νὰ ὁρίσουμε, νὰ καταλάβῃ τὸν ἄνθρωπο, τότε αὐτὸς ξέρεις πῶς γίνεται; Γίνεται ὅπως ἕνα ὑποζύγιο ποὺ ὁ ἀναβάτης του δὲν εἶνε ἕνας συνετὸς καὶ λογικὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶνε ἕνας παράφρων, ἕνας ἀσύνετος καὶ τρελλός, ἱκανὸς νὰ τὸ ὁδηγήσῃ καὶ στὸ χειρότερο γκρεμό.

Ὅπως λοιπὸν ἕνας τρελλὸς καβαλλάρης μπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ τὸ ἄλογό του στὸ βάραθρο καὶ τὴν καταστροφή, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ τὸ δαιμόνιο, ἀφοῦ ἔγινε κυρίαρχο ἐπάνω στὴν ὕπαρξι τοῦ ταλαίπωρου ἐκείνου νέου, δοκίμαζε ἰδιαίτερη χαρά, χαιρεκακία, διεστραμμένη χαρά, νὰ ταλαιπωρῇ καὶ νὰ βασανίζῃ τὸ νέο.

Ἂν μποροῦσε, θὰ ἤθελε καὶ νὰ τὸν θανατώσῃ· ἡ κακία του αὐτὸ ἐπιδίωκε, ἀλλὰ δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός. Μαζὶ ὅμως μὲ τὸ παιδὶ τὸ δαιμόνιο χαιρόταν νὰ βασανίζῃ καὶ τὸν πατέρα του. Μόνο ὅσοι εἶστε γονεῖς μπορεῖτε νὰ νιώσετε τὴ θλῖψι καὶ τὸν πόνο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

Πόσες φορὲς αὐτὸς ὁ πατέρας δὲν θὰ ἀντίκρυσε ἀνατριχιαστικὰ θεάματα καὶ δὲν θὰ ἔζησε τρομερὲς σκηνές, πόσες φορὲς δὲν θὰ εἶδε τὸ παιδί του στὶς καταστάσεις ποὺ ἀκοῦμε νὰ περιγράφει ὁ ἴδιος καὶ διαβάζουμε στὸ κείμενο τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελιστοῦ! τὸ δαιμόνιο, λέει, «ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται»· ὅπου δηλαδὴ τὸν πιάσῃ τὸ δαιμόνιο, τὸν ῥίχνει καταγῆς, καὶ βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ μένει ξερός (Μάρκ. 9,18). Δυστυχισμένο τὸ παιδί, μὰ πιὸ δυστυχισμένος ὁ πατέρας.

* * *

Ποιός τώρα θὰ μποροῦσε νὰ ἐλευθερώσῃ τὸ ταλαίπωρο αὐτὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ δαιμόνιο ἐκεῖνο, ποὺ σὰν ἀόρατος δράκοντας, σὰν πανίσχυρο φίδι τὸ περιτύλιγε, τὸ ἔσφιγγε καὶ τὸ ἔπνιγε, καὶ σὰν καταραμένη βδέλλα ἀπομυζοῦσε τὴ σωματικὴ ὕπαρξι τοῦ νέου; Κανένας γιατρὸς δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ τίποτα, γιατὶ μὲ φάρμακα καὶ μὲ τὰ ἄλλα μέσα τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης δὲν ἐξαναγκάζεται ὁ σατανᾶς νὰ παραδοθῇ.

Γιὰ νὰ ἐκδιωχθῇ ὁ τρομερὸς δαίμονας ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, χρειάζονται φάρμακα ἄλλης φύσεως, χρειάζεται θεία ἐπέμβασις. Γι᾽ αὐτὸ ὁ πατέρας τοῦ νέου καταφεύγει στὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ. Πλησιάζει αὐτοὺς ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἄμεσο περιβάλλον - τὴ συνοδεία τοῦ Χριστοῦ (ὁ ὁποῖος τὴν ὥρα ἐκείνη ἔλειπε), ζητάει τὴ βοήθεια τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου.

Ἐνωρίτερα, ὅπως βλέπουμε στὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιο, οἱ δώδεκα μαθηταί, μὲ ἐξουσία ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ θεῖος Διδάσκαλος, ἐνεργοῦσαν κατὰ «τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων» (ἔ.ἀ. 6,7), ἔβγαζαν δαιμόνια. Ἀλλ᾽ αὐτὴ τὴ φορὰ καὶ οἱ μαθηταὶ δὲν κατορθώνουν νὰ φέρουν ἀποτέλεσμα· ἀποδεικνύονται ἀδύνατοι, ἀνίκανοι νὰ ἐλευθερώσουν τὸ νέο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Ἐπιχειροῦν μὲν νὰ τὸ ἐκδιώξουν, ἀλλὰ τὸ δαιμόνιο δὲν φαίνεται νὰ ἐνοχλῆται ἀπὸ τὶς ἐπικλήσεις καὶ τοὺς ἐξορκισμοὺς τῶν μαθητῶν. Παραμένει μέσα στὸ παιδὶ ἐμπαίζοντας ἔτσι τοὺς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ἀδυναμία τους, σὰν κάποιος τρομερὸς λῃστὴς ποὺ παρὰ τὰ κακουργήματά του μένει ἀσύλληπτος ἀπὸ τὴν ἀστυνομία καὶ στὰ μάτια τῆς κοινῆς γνώμης ἐμπαίζει τὰ ὄργανα τῆς τάξεως ποὺ δὲν κατορθώνουν νὰ τὸν συλλάβουν.

Ὁ πατέρας, ποὺ κατέφυγε στοὺς ἀποστόλους μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βρῇ βοήθεια καὶ τώρα βλέπει τὴν ἀδυναμία τους, κλονίζεται καὶ ἀρχίζει ν᾿ ἀπογοητεύεται. Ἆραγε, σκέπτεται, ἀφοῦ οὔτε αὐτοὶ ἔχουν τὴ δύναμι νὰ μὲ βοηθήσουν, κανείς δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὸ παιδί μου;…

Μὲ τέτοιους λογισμοὺς ὀλιγοπιστίας, ἀποκαρδιωμένος καὶ ἀπορώντας γιὰ τὴν ἀδυναμία τῶν ἀποστόλων, πλησιάζει τὸν Κύριο (ὁ ὁποῖος ἐκείνη τὴν ὥρα μόλις εἶχε κατεβῆ ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβώρ, ὅπου εἶχε μεταμορφωθῆ μπροστὰ στοὺς τρεῖς μαθητάς του.

Τοῦ διηγεῖται τὴ συμφορά του, καὶ ζητάει πλέον τὴ δική του ἐπέμβασι, ὄχι ὅμως μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. «Ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι», λέει, «βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς»· ἂν μπορῇς νὰ κάνῃς κάτι, λυπήσου μας.

Ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾷ λέγοντας· «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» (ἔ.ἀ. 9,22-23). Μὲ τὴν παρατήρησί του αὐτὴ ὁ Κύριος βάζει τὰ πράγματα στὴ θέσι τους. Μὲ τὰ λόγια του εἶνε σὰν νὰ λέῃ στὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ· Δυστυχισμένε πατέρα! Παραπονιέσαι ἐναντίον τῶν μαθητῶν μου, γιατὶ δὲν μπόρεσαν νὰ θεραπεύσουν τὸ παιδί σου. Καὶ ἄρχισες τώρα νὰ ἐκφράζεσαι μὲ μεγάλη ἀμφιβολία καὶ γιὰ τὴ δική μου δύναμι. Μάθε λοιπόν, ὅτι αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως, τοῦ ὅτι δηλαδὴ ὁ γυιός σου δὲν ἔχει ἀκόμη θεραπευθῆ, εἶσαι σὺ ὁ ἴδιος. Ἡ ὀλιγοπιστία σου στὴ δύναμί μου, νά ἡ αἰτία. Πιστεύεις σ᾽ ἐμένα; τὸ παιδί σου θὰ θεραπευθῇ· δὲν πιστεύεις σ᾽ ἐμένα; τὸ παιδί σου θὰ μένῃ ἔτσι, ἀθεράπευτο. Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ πάρῃς στὰ χέρια σου τὸ μυστικὸ καὶ παντοδύναμο κλειδὶ τῆς πίστεως καὶ ν᾿ ἀνοίξῃς μ᾽ αὐτὸ ὅλες τὶς θύρες τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους.

Ἀκούγοντας τὴν ἀπάντησι τοῦ Χριστοῦ ὁ πατέρας κατάλαβε καλὰ καὶ ἔνιωσε βαθειὰ τὴν παρατήρησι αὐτὴ τοῦ Κυρίου. Ἀνέκρινε τὸν ἑαυτό του καὶ εἶδε, ὅτι ἡ πίστι του στὸν Σωτῆρα Χριστὸ εἶνε τόσο μικρή, ὥστε κινδυνεύει νὰ σβήσῃ τελείως. Ἦρθε σὲ συναίσθησι, πόνεσε καὶ τότε «μετὰ δακρύων» φωνάζει στὸν Κύριο· «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ»· πιστεύω, ἀλλὰ ἡ πίστι μου εἶνε ἀσθενική, βοήθα με στὴν ὀλιγοπιστία μου (ἔ.ἀ. 9,23-24). Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ταπεινὴ αἴτησι τὸ ἀποτέλεσμα ἦρθε ἀμέσως· τὸ δαιμόνιο ἐκδιώχθηκε καὶ τὸ παιδὶ θεραπεύθηκε.

* * *

Ἄχ πόσες φορὲς κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, δὲν βρισκόμαστε σὲ κατάστασι παρόμοια μὲ τὴν κατάστασι τοῦ πατέρα τοῦ δαιμονιζομένου παιδιοῦ! Πάσχουμε κ᾽ ἐμεῖς ὅπως ἐκεῖνος. Ὑποφέρουμε βαθειά. Θλίψεις, ἀτομικὲς καὶ οἰκογενειακές, πιέζουν σὰν ἐφιάλτες τὰ στήθη μας. Ἐνάντιες περιστάσεις φράζουν τὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας σὰν ἀμετακίνητοι ὀγκόλιθοι. Κ᾽ ἐμεῖς κάτω ἀπὸ τὴν πίεσι τῶν γεγονότων καταφεύγουμε στὸν Κύριο, ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. Καταφεύγουμε δυστυχῶς μὲ τὴν ὀλιγοπιστία αὐτὴ ποὺ εἴδαμε στὸν πατέρα τοῦ δαιμονιζομένου νέου.

Ἡ διψυχία, ποὺ ἐκφράζει ἐκεῖνο τὸ «εἴ τι δύνασαι…», χαρακτηρίζει καὶ τὰ δικά μας αἰτήματα. Σὰν νὰ λέμε· Ἔ, ἂς δοῦμε τί μπορεῖ νὰ μᾶς κάνῃ κι ὁ Χριστός! Μὲ τέτοια ὀλιγοπιστία, ποὺ λίγο διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀπιστία, πλησιάζουμε οἱ πολλοὶ τὸν Κύριο, κ᾽ ἔπειτα ἔχουμε τὴν ἀξίωσι νὰ μᾶς ἀκούσῃ. Ἐὰν εἶνε ὑποτιμητικὸ γιὰ ἕνα πανίσχυρο ἄρχοντα τῶν ἡμερῶν μας νὰ ἐκφραζώμαστε μὲ κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὴ δύναμί του, ἐὰν δηλαδὴ καὶ κατὰ πόσον εἶνε σὲ θέσι νὰ πραγματοποιήσῃ κάθε τι ποὺ ὑπόσχεται, ἀσυγκρίτως πιὸ προσβλητικὸ εἶνε γιὰ τὸν ἀληθινὰ παντοδύναμο Κύριο νὰ ἔχουμε μέσα μας ἀμφιβολίες γιὰ τὴ δύναμί του, ποὺ εἶνε ἀνεξάντλητη σὲ τρόπους καὶ σὲ μέσα νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπο.

Ὄχι λοιπὸν «εἴ τι δύνασαι», ὅπως ὁ πατέρας τοῦ νέου, ἀλλὰ Κύριε, «οἶδα ὅτι πάντα δύνασαι, ἀδυνατεῖ δέ σοι οὐδέν», γνωρίζω ὅτι μπορεῖς τὰ πάντα καὶ τίποτα δὲν εἶνε ἀδύνατο σ᾽ ἐσένα (Ἰὼβ 10,13· 42,2).

Τέτοια πίστι ὅμως δὲν ὑπάρχει σὲ ὅλους μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εὔκολα ἀπογοητευόμαστε καὶ γογγύζουμε κατὰ τῆς Θείας Προνοίας. Καὶ πάνω στὴν ἀφροσύνη τῆς ὀλιγοπιστίας μας –γιατὶ ἀφροσύνη εἶνε ἡ ὀλιγοπιστία– νομίζουμε ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ἄφησε καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται πιὰ γιὰ μᾶς.

Ἐνῷ Ἐκεῖνος εἶνε πάντοτε ὁλοπρόθυμος νὰ μᾶς βοηθήσῃ σὲ κάθε περίστασι, ἀρκεῖ ἐμεῖς μὲ θερμὴ καὶ ἀκλόνητη πίστι νὰ χτυπήσουμε τὴν θύρα τοῦ ἐλέους του. Ἐμπιστοσύνη, ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη σ᾽ Αὐτὸν ζητάει ἀπὸ κάθε δοῦλο του, καὶ τότε αὐτὸς ὑπόσχεται νὰ τὸν ὁδηγήσῃ στὴ λύτρωσι.

Χωρὶς ἐμπιστοσύνη στὸν στρατηγὸ τίποτα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ στρατιῶτες· ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, χωρὶς ἀκράδαντη πίστι σ᾽ αὐτόν, δὲν θὰ μπορέσουμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ κατορθώσουμε τίποτα γενναῖο, νὰ λάβουμε βοήθεια καὶ νὰ πᾶμε μπροστά. Γι᾽ αὐτὸ ἂς προσευχώμαστε μὲ δάκρυα στὸν Κύριο λέγοντας· «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μᾶρκ. 9,24).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Thursday the 23rd. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©