Κυριακὴ Α΄ Νηστειῶν – τῆς Ὀρθοδοξίας

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Εἰκονομάχοι - εἰκονοκλάσται

Του μ. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Εἶνε, ἀγαπητοί μου, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἑορτὲς τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Ἑορτάζουμε ὄχι μνήμη ἁγίων ἀλλὰ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρετικῶν καὶ ἰδιαιτέρως τῶν εἰκονομάχων ἢ εἰκονοκλαστῶν. Ὅπως ὅλες αἱ αἱρέσεις προέρχονται ἀπὸ παρερμηνεία τῆς Γραφῆς, ἔτσι κι αὐτοί, παρεξηγώντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον…» (Ἔξ. 20,4. Δευτ. 5,8), νόμισαν ὅτι οἱ εἰκόνες εἶνε εἴδωλα σὰν ἐκεῖνα τῶν ἀρχαίων, εἶπαν εἰδωλολάτρες τοὺς ὀρθοδόξους, κήρυξαν σκληρὸ διωγμὸ ἐναντίον ὅσων προσκυνοῦσαν τὶς εἰκόνες.

Φρύαξαν κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Σύνθημα εἶχαν «κάτω οἱ εἰκόνες». Τὶς ἔσπαζαν, τὶς ποδοπατοῦσαν, τὶς ἔκαιγαν. Καταδίωξαν, φυλάκισαν, ἐξώρισαν, ὑπέβαλαν σὲ μαρτύρια τοὺς πιστούς· θεωροῦσαν ἔγκλημα τὸ νὰ προσκυνάῃ κανεὶς μία εἰκόνα. Γι᾽ αὐτὸ οἱ πιστοὶ ἔκρυβαν τὶς εἰκόνες σὲ ὑπόγεια καὶ σπήλαια ἢ τὶς ἔρριχναν στὴ θάλασσα κ᾽ ἐκεῖνες ταξιδεύοντας στὰ πελάγη ἔφταναν σὲ ἄλλα μέρη. Τέλος ἡ φοβερὴ αὐτὴ αἵρεσι ἔπεσε. Ἡ Ὀρθοδοξία νίκησε, καὶ οἱ εἰκόνες ἀναστηλώθηκαν ἀπὸ τὴν ἁγία αὐτοκράτειρα Θεοδώρα καὶ τὸν πατριάρχη Μεθόδιο τὸ 842 μ.Χ.. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς πανηγυρίζουμε σήμερα.

* * *

Ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, ἔχουν περάσει αἰῶνες, καὶ ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμη εἰκονομάχοι. Ποιοί εἶνε αὐτοί; Νά, οἱ προτεστάντες. Ἂν πᾶτε σὲ συγκεντρώσεις τους, δὲν θὰ δῆτε ἐκεῖ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων. Γυμνὲς εἶνε οἱ αἴθουσες τῶν προτεσταντῶν. Μεγαλύτερο ὅμως μῖσος ἔχουν οἱ χιλιασταὶ ἢ «ἰεχωβῖτες». Αὐτοὶ εἶνε οἱ φοβερώτεροι εἰκονομάχοι. Ὁ χιλιαστής, τὸ χέρι νὰ τοῦ κόβῃς, εἰκόνα καὶ σταυρὸ δὲν προσκυνάει.

Κάποτε, στὴ δύσκολη περίοδο τοῦ ἔθνους, πῆγα σὲ μιὰ φυλακὴ ὅπου ἦταν περίπου 300 - 400 φυλακισμένοι. Μίλησα, μὲ ἄκουσαν, καὶ μετὰ θεώρησα καλό, στοὺς πονεμένους ἐκείνους ἀνθρώπους, νὰ μοιράσω ἀπὸ μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ἄρχισα νὰ μοιράζω καὶ παρατηροῦσα, ὅτι καὶ σ᾽ αὐτοὺς ὑπῆρχε εὐλάβεια καὶ πίστι.

Κάποιος ὅμως ἀρνήθηκε νὰ πάρῃ. –Γιατί, παιδί μου; τὸν ρώτησα. Πετάγονται οἱ ἄλλοι ἀγανακτισμένοι· –Εἶνε «ἰεχωβᾶς». Τὸν πλησίασα προσπαθώντας νὰ τοῦ δείξω ὅτι ἔχει λάθος. Ἐκεῖ ποὺ μοῦ φαίνεται πὼς ἀποστομώθηκε ἦταν ὅταν τὸν ρώτησα· –Στὸ σπίτι σας ὑπάρχουν στὸν τοῖχο κάδρα; –Ὑπάρχουν. –Ἔχετε φωτογραφίες; –Ἔχουμε. –Τί δείχνουν; –Τὸν πατέρα μου, τὴ μάνα μου. –Στὸ πορτοφόλι σου ἔχεις καμμιὰ φωτογραφία; Ἀπαντοῦν οἱ ἄλλοι· –Ἔχει, καὶ πρωὶ - βράδυ βγάζει τὴ φωτογραφία τῆς γυναίκας καὶ τῶν παιδιῶν του καὶ τὶς φιλάει. –Ἔ, ὅπως ἐσύ, τοῦ λέω, ἔχεις στὸ πορτοφόλι σου τὴ φωτογραφία τῆς γυναίκας καὶ τῶν παιδιῶν σου, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς ἔχουμε στὴν ἐκκλησία τὶς εἰκόνες μας. Ξεκρεμάστε καὶ πετάξτε ἐσεῖς τὶς φωτογραφίες αὐτῶν ποὺ ἀγαπᾶτε, γιὰ νὰ κατεβάσουμε κ᾽ ἐμεῖς τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων μας.

* * *

Τὸ δόγμα τῆς προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων στὴν Ὀρθοδοξία στηρίζεται, ἀδελφοί μου, σὲ ἁγιογραφικὰ καὶ πατερικὰ ἐρείσματα ἀδιάσειστα. Δὲν θὰ θεολογήσω ἐδῶ περισσότερο, θὰ πῶ μόνο τὰ ἑξῆς. «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ἰω. 1,18). Ὁ Θεὸς εἶνε ἀόρατος· συνεπῶς καμμία εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, τῆς ἁγίας Τριάδος, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ.

Ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ὅτου τὸ ἕνα πρόσωπο τῆς Θεότητος, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, φόρεσε σάρκα ἀνθρώπινη ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς Θεοτόκου καὶ περπάτησε ἀνάμεσά μας ὡς ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς, ἀπὸ τότε ὁ ἀόρατος ὡράθη· κι ἀφοῦ ἔγινε ὁρατὸς σὲ σχῆμα ἀνθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ἀπὸ τότε μπορεῖ ὁ χρωστήρας τοῦ ζωγράφου ν᾽ ἀποτυπώσῃ τὴ μορφή του.

Δηλαδή, ἡ προσκύνησις τῶν εἰκόνων στηρίζεται ἐπάνω στὸ δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ.

Ἢ λοιπὸν θὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἐνανθρώπησι, ὁπότε παύουν οἱ εἰκόνες, ἢ θὰ δεχθοῦμε –ὅπως εἶνε ἡ ἀλήθεια–, ὅτι ὁ Θεὸς «ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. 3,38), καὶ ἄρα μποροῦμε νὰ ἀπεικονίζουμε τὸν «ὡραῖον κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 44,3).

Ὑπάρχει μία παράδοσις, τὴν ὁποία δέχομαι, γιὰ τὸ ποιά εἶνε ἡ πρώτη εἰκόνα. Ὅταν ὁ Κύριός μας δικάστηκε στὸ πραιτώριο καὶ ῾Ρωμαῖοι στρατιῶτες τοῦ φόρτωσαν τὸ σταυρὸ καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζῃ πρὸς τὸ Γολγοθᾶ, ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε ἀπὸ τὸ πρόσωπό του· τότε μιὰ γυναίκα τὸν πλησίασε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ μαντήλι της νὰ σκουπιστῇ. Ὁ Θεάνθρωπος σκούπισε τὸν ἱδρῶτα του κι ὅταν τῆς ἐπέστρεψε τὸ μαντήλι ἐπάνω του –ὤ τοῦ θαύματος– εἶχε ἀποτυπωθῆ ἡ μορφή του! Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀρχαιότερη εἰκόνα, τὸ ἅγιο Μανδήλιο, ποὺ ζωγραφίζεται τώρα στὶς ἐκκλησίες· καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη εἶνε ἡ ἁγία Βερονίκη.

Ἐφιστῶ τὴν προσοχή σας στὸ ἑξῆς. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε ἄυλο πνεῦμα· εἶνε σύνθετος ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, ὕλη φθαρτὴ καὶ πνεῦμα ἀθάνατο. Τὸ ἄυλο πνεῦμα ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ὑλικὸ κόσμο διὰ τοῦ σώματος, διὰ τῶν αἰσθήσεων· ἂν στερηθῇ τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, τὶς αἰσθήσεις, δεινοπαθεῖ. Λόγῳ λοιπὸν τῆς συνθέτου κατασκευῆς μας λαμβάνουμε γνῶσι τοῦ γύρω κόσμου μὲ τὶς «ἀντέννες» τῶν αἰσθήσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ψυχή μας συλλέγει πληροφορίες, σχηματίζει παραστάσεις, ἀποκτᾷ γνώσεις.

Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶνε ἐναντίον τοῦ σώματος καὶ τῶν αἰσθήσεων· δὲν θέλει τὴν κατάργησι τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ κηρύττει τὸν ἁγιασμὸ τῶν αἰσθήσεων. Γι᾽ αὐτὸ στὴν ἐκκλησία ποὺ μπαίνεις, ἀκριβῶς διότι γνωρίζει ὅτι εἶσαι καὶ ὑλικὸ ὂν μὲ αἰσθήσεις, ἱκανοποιεῖ καὶ ἁγιάζει τὶς αἰσθήσεις. Συγκεκριμένα· ἡ ἀκοή μας, ἐνῷ ἔξω μολύνεται, στὸ ναὸ ἁγιάζεται μὲ ὕμνους, θεῖα ἀναγνώσματα καὶ κήρυγμα.

Ἁγιάζεται ἀκόμα ἡ γεῦσι μας στὸ ναὸ μὲ τὴ θεία μετάληψι τῶν ἀχράντων μυστηρίων, καθὼς ἀκοῦμε «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33,9).

Μέσα στὴν ἐκκλησία ἁγιάζεται ἡ ὄσφρησί μας μὲ μοσχολίβανο ποὺ εὐωδιάζει ἀπὸ τὸ θυμιατό. Ἁγιάζεται καὶ ἡ πιὸ χονδροειδὴς αἴσθησί μας, ἡ ἁφή, τὸ ἄγγιγμα.

Ὦ Χριστέ, πόσο ταπεινὸς φάνηκες! καταδέχθηκες νὰ σ᾽ ἀγγίξουν, ὅταν εἶπες στὸ Θωμᾶ καὶ τοὺς ἄλλους μαθητὰς «Ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε» (Λουκ. 24,39).

Προπαντὸς ὅμως ἁγιάζεται ἡ ὅρασις, τὰ μάτια. Πῶς; μὲ τὴ θέα τῶν εἰκόνων. Καὶ εἶνε παιδαγωγικώτατο, ψυχολογικώτατο καὶ ἐποπτικώτατο μέσον οἱ εἰκόνες. Βλέποντάς τες ἡ διάνοια ὑψώνεται, ζωντανεύουν μπροστά μας τὰ ἅγια πρόσωπα. Ἔχουν αἴγλη, ἀκτινοβολία οἱ εἰκόνες.

Πρὸ ἀρκετῶν ἐτῶν (γύρω στὸ 1935) ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας πῆγε στὴ ῾Ρωσία – ἐκεῖ ποὺ γκρέμισαν ναοὺς καὶ ἔκαψαν τὶς εἰκόνες. Στὴ Μόσχα, σὲ κάποιο μετόχι τοῦ πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, ὑπῆρχε μία ἁγιορείτικη εἰκόνα τῆς Πορταϊτίσσης. Ὅταν λοιπὸν ἡ κυβέρνησι τῆς ῾Ρωσίας τοῦ ἐπέτρεψε νὰ τὴν βγάλῃ σὲ προσκύνημα, τὴν προσκύνησαν 50.000 ῾Ρῶσοι!

Οἱ ἱερὲς εἰκόνες εἶνε τὰ βιβλία τῶν ἀγραμμάτων, διδάσκουν στὸ λαὸ τὰ δόγματα. Ἐκτὸς δὲ ἀπὸ τὴ χάρι καὶ δύναμι, ποὺ ἔχει κάθε εἰκόνα, ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένες –ὄχι αὐτὲς ποὺ ζωγραφίζουν τώρα κάποιοι μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα–, εἰκόνες ποὺ ζωγράφισαν μὲ νηστεία ἀσκηταὶ ποὺ ἀνακάτευαν τὶς μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυά τους· αὐτὲς εἶνε πράγματι θαυματουργές. Ἂς εἶνε λοιπὸν «ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν» (μεγαλ. παρακλ. καν.).

* * *

Πρὶν τελειώσω δύο ἀκόμα λέξεις. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι κάποιος αἱρετικὸς ἢ ἄθεος τολμοῦσε μπροστά μας νὰ πάρῃ μία εἰκόνα καὶ νὰ τὴν πατήσῃ, χίλια χέρια θὰ τὸν ἔκαναν κομμάτια. Κρατῆστε ὅμως τὴν ἀγανάκτησί σας. Σᾶς εἶπα ποιά εἶνε ἡ ἀρχαιότερη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ· ἐρωτῶ τώρα· καὶ ποιά εἶνε ἡ ἱερώτερη εἰκόνα του; Εἶνε μία εἰκόνα ἔμψυχη, εἶνε ὁ ἄνθρωπος! Διότι κάθε ἄνθρωπος, καὶ ὁ πιὸ ταπεινὸς ποὺ βλέπεις στὸ δρόμο, κατὰ τὸ δόγμα μας, εἶνε «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» (βλ. Γέν. 1,26-27), φέρει τὴ σφραγῖδα τῆς θεότητος, ὄχι σωματικὰ ἀλλὰ ψυχικά.  

Μπορεῖ λοιπόν, ἐνῷ προσκυνᾷς ὅλες τὶς εἰκόνες, νὰ εἶσαι εἰκονομάχος - εἰκονοκλάστης. Γιατί; Σ᾽ ἐρωτῶ κι ἀπάντησε ὄχι σ᾽ ἐμένα ἀλλὰ στὸν Κύριο· κλέβεις; ἀδικεῖς; ἁρπάζεις; μοιχεύεις; πορνεύεις; ψευδορκεῖς; βλαστημᾷς; ἀτιμάζεις, ἐκμεταλλεύεσαι τὸν ἄλλο; Ἔ, Χριστιανέ μου, ἔτσι «ποδοπατεῖς» τὸν ἄνθρωπο καὶ –συχώρεσέ με, Κύριε– προτιμότερο νὰ πατήσῃς μία εἰκόνα παρὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Κύριος εἶπε· «Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).

Εἶνε ψευτοευλάβεια ν᾽ ἀσπάζεσαι τὶς εἰκόνες, καὶ νὰ ἀδικῇς, νὰ ἐξευτελίζῃς, νὰ «ποδοπατῇς» τὸν ἄνθρωπο. Τὸ συμπέρασμα. Εἰκονοκλάσται καὶ εἰκονομάχοι ἦταν ἐκεῖνοι στὸ Βυζάντιο καὶ οἱ σημερινοὶ χιλιασταί, ἀλλὰ εἰκονομάχοι καὶ εἰκονοκλάσται εἶνε καὶ ὅσοι σήμερα «ποδοπατοῦν» τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.

Ὁ Χριστὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου ἂς εὐλογῇ καὶ ἁγιάζῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Wednesday the 21st. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©