ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Φοβερὴ ἡμέρα!

Ἔρχεται ἡμέρα μεγάλη, Κυρίου παντοκράτορος

(βλ. Μαλ. 4,1. Ἰεζ. 7,10. Πράξ. 2, 20. Ἀπ. 16,14)

Του μ. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Σήμερα, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω. Ἡ Κυριακὴ αὐτὴ στὴ γλῶσσα τοῦ κόσμου ἴσον· διασκέδασις, γλέντια, χοροί, μάσκες, μεθύσια, βωμολοχίες, ὅ,τι «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἐφ. 5,12). Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἀντιθέτως ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶνε ἡμέρα κατανύξεως καὶ συναισθήσεως, γιὰ σοβαρὴ σκέψι ἐπάνω στὰ μεγάλα ζητήματα τῆς ζωῆς.

Ἀκριβῶς γι᾽ αὐτὸ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μᾶς συγκρατήσῃ ἀπ᾽ τὸν κατήφορο τῶν παθῶν ἰδίως τὶς μέρες αὐτές, ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ἕνα εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 25,31-46), ποὺ εἶνε τὸ φοβερώτερο ἀπ᾽ ὅσα ἀκούγονται ὅλο τὸ χρόνο· ὅποιος τ᾽ ἀκούει καὶ δὲν αἰσθάνεται φόβο, θά ᾽νε πωρωμένος, λιθοκάρδιος, ἔχει καρδιὰ πέτρινη.

Ἐδῶ ὁ ὑμνῳδὸς λέει σήμερα, ὅτι «Ἐννοῶν», καθὼς δηλαδὴ συλλογίζομαι, «τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν», τὰ κρίματά μου, «τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως» (ἰδιόμ. 50άρ. ὄρθρ.). Ἐδῶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει, ὅτι Ὑπάρχει κόλασι· θά ᾽θελα νὰ μὴν ὑπάρχῃ, γιατὶ κ᾽ ἐγὼ εἶμ᾽ ἁμαρτωλὸς καὶ τρέμω τὴν ἡμέρα ἐκείνη, μὰ ὑπάρχει. Ἐδῶ ὁ Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, ὁ ἅγιος ποὺ μελετοῦσε πάντα τὴν ἡμέρα αὐτή, ἔλεγε· Στὴ σκέψι της τὰ χείλη παγώνουν, ἡ γλῶσσα τρέμει, τὰ μέλη παραλύουν, ὁ λογισμὸς σκοτίζεται.

Γιατί λοιπὸν ἐμεῖς ἀκοῦμε τώρα αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο χωρὶς τὸ φόβο ποὺ ἔνιωθαν οἱ παλαιοί; Διότι, ἀγαπητοί μου, δὲν ὑπάρχει πίστις. Φοβούμεθα μόνο αὐτὰ ποὺ δημιουργοῦν τώρα ἄμεση ἐντύπωσι, ὄχι τὰ μέλλοντα ποὺ προλέγει ὁ Κύριος.

Θὰ φέρω μερικὰ παραδείγματα. Ἀκούγεται βροντὴ καὶ πέφτει κεραυνός. Ἂν βρίσκεσαι ὄχι μέσα στὴν πόλι ἀλλὰ στὸ ὕπαιθρο, ὅπως βρέθηκα πολλὲς φορές, μέσα σὲ δάση, κι ἀστράψῃ ξαφνικά, νιώθεις τρόμο καὶ παρακαλεῖς τὸ Θεὸ νὰ μὴν πέσῃ ὁ κεραυνὸς πάνω σου. Ἢ φουσκώνει τὸ ποτάμι, τὰ νερὰ ξεχειλίζουν, κι ὅσοι κατοικοῦν δεξιὰ κι ἀριστερὰ στὴν κοίτη ἀγωνιοῦν, ἑτοιμάζονται νὰ φύγουν, παρακαλοῦν νὰ σωθοῦν τὰ σπιτικά τους. Ἢ γίνεται σεισμὸς πάνω στὴ φλούδα τῆς γῆς, ποὺ λὲς καὶ ὁ Θεὸς ξύνει τὸ ἔδαφος μὲ τὸ νύχι του, κι ἀνατριχιάζουν ὅλοι ἀπ᾽ τὸ φόβο μὴν πέσουν τὰ κτήρια καὶ τοὺς πλακώσουν, καὶ ξεφωνίζουν, καὶ πέφτουν στὰ γόνατα παρακαλώντας νὰ σταματήσῃ ὁ κλόνος. Ἢ ὁ ναυτικός, ποὺ πλέει μέσ᾽ στὸν ὠκεανό, βλέπει τὰ κύματα νὰ ὑψώνωνται, νὰ γίνωνται σκόνη στὸν ἄνεμο, νὰ χτυποῦν τὸ πλοῖο ἕτοιμα νὰ τὸ καταπιοῦν, καὶ πέφτει στὰ γόνατα σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ καταστρώματος καὶ παρακαλεῖ· Παναγιὰ κι ἅγιε Νικόλα, σῶστε με νὰ γυρίσω στὴν πατρίδα στὸ χωριό μου. Ἢ πιάνει φωτιὰ τὸ δάσος καὶ κινδυνεύουν οἰκισμοί, ἢ γίνεται ἔκρηξι ἢ βραχυκύκλωμα στὴν πόλι καὶ καίγεται τὸ σπίτι ἢ τὸ κατάστημα, κ᾽ οἱ ἄνθρωποι τρέχουν πανικόβλητοι καὶ ἀλλόφρονες…

Λοιπόν, ἄνθρωπε, φοβᾶσαι τὸν κεραυνό, τὴν πλημμύρα, τὸ σεισμό, τὸ κῦμα, τὴ φωτιά· ἀλλὰ τί εἶν᾽ αὐτά; Μικρὰ δείγματα γιὰ νὰ καταλάβουμε τί τρόμος θὰ πέσῃ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν εἶνε παραμύθι. Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι αὔριο θὰ ξημερώσῃ Δευτέρα, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι θὰ ἔρθῃ ἡ ἡμέρα αὐτή.

Κι ἂν τρέμουμε τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, πόσο περισσότερο ἐκεῖνον ποὺ τὰ δημιούργησε! Εἶνε «ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν, ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται» (Ψαλμ. 103,32).

* * *

Ἀλλὰ ποιά γλῶσσα, ἀδελφοί μου, θὰ μπορέσῃ νὰ περιγράψῃ τὴ φρίκη τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ ἀνταποδόσεως! Μπροστὰ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦ Κριτοῦ θὰ ῥέῃ «ποταμὸς πύρινος» (ἑσπ. Σαβ. Ἀπόκρ.), σὰν νά ᾽χῃ ἀνοίξει ὁ Βεζούβιος ἢ ἡ Αἴτνα καὶ νά ᾽χῃ βγῆ κάτω ἀπ᾽ τὸ φλούδι τοῦ ἐδάφους, μέσ᾽ ἀπ᾽ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἕνα ποτάμι ὄχι σὰν τὸν Ἁλιάκμονα τὸν Πηνειὸ καὶ τὸ Δούναβι, ἀλλὰ ἕνα ποτάμι φωτιᾶς, ποὺ θὰ κάψῃ παλάτια· κοινοβούλια, δικαστήρια, πανεπιστήμια, θέατρα, ἐργοστάσια, στρατόπεδα….

Τί θὰ κάνῃ δηλαδὴ τότε ὁ Θεός· θὰ κάνῃ ἀπολύμανσι! Γιατὶ τὴ βρωμίσαμε τὴ Γῆ. Ἡ ἀνόητη «ἐπιστήμη» μας φοβᾶται μὴ μολύνουμε τὴ Σελήνη – τὸ φεγγάρι θεωρεῖται παρθένο· μᾶς ἐνδιαφέρει μὴ μολύνουμε τὴ Σελήνη ἢ τὰ ἄστρα, ἐνῷ ἔχουμε μολύνει τούτη τὴ Γῆ. Ὅπως λοιπὸν σ᾽ ἕνα σπίτι ποὺ ἔχουν ἄρρωστο μὲ μεταδοτικὴ ἀσθένεια παίρνουν τὰ ροῦχα του καὶ τὰ βάζουν στὸν κλίβανο καὶ τ᾽ ἀπολυμαίνουν, ἔτσι ἡ Γῆ θὰ μπῇ ὁλόκληρη μέσ᾽ στὴ φωτιά, γιὰ νὰ καῇ ὅ,τι εἶνε σκουριά, οἱ ἀτιμίες καὶ τὰ αἴσχη, καὶ νὰ μείνῃ ὅ,τι εἶνε χρυσάφι, ὅ,τι καθαρὸ καὶ ἅγιο.

Τὴν ἡμέρα ἐκείνη θὰ στηθῇ ἕνας θρόνος. Τί θρόνος; Ὄχι ὑλικός, ἀπὸ εὐγενῆ μέταλλα καὶ στολισμένος μὲ πολύτιμους λίθους, ἀλλὰ ἕνας «θρόνος δόξης» (ἔ.ἀ.), τὸν ὁποῖο θὰ σηκώνουν ὄχι χέρια ὑπασπιστῶν καὶ στρατηγῶν ἀλλὰ ἄυλα χέρια καὶ φτερὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων· θρόνος ποὺ θὰ λάμπῃ παραπάνω ἀπὸ τὸν Ἥλιο καὶ τὸν Σείριο· θρόνος, στὸν ὁποῖο θὰ κάθεται ὄχι ὁ ἄλφα ἢ βῆτα ἐπίγειος δυνάστης, ἀλλὰ «ὁ δίκαιος Κριτής», «ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων» (Β΄ Τιμ. 4,8. Α΄ Τιμ. 6,15), ἐκεῖνος ποὺ ἔχει στὰ χέρια του τὰ κλειδιὰ τῆς ζωῆς, «τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου» (Ἀπ. 1,18), ἐκεῖνος ποὺ ἐδῶ στὴ γῆ περπάτησε γυμνὸς κι ὁ κόσμος ἀντὶ θρόνου τοῦ ἐπιφύλαξε ἕνα σταυρὸ καὶ πάνω σ᾽ αὐτὸν ἐξέπνευσε, ἐκεῖνος ποὺ στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου τοῦ εἶπαν τότε ἐμπαικτικὰ «Χαῖρε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» (Ματθ. 27,29. Μᾶρκ. 15,18. Ἰω. 19,3), ἀλλὰ στὸ τέλος πραγματικὰ καὶ μὲ φόβο καὶ τρόμο θὰ γονατίσῃ μπροστά του «πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα» θὰ ὁμολογήσῃ (Φιλ. 2,10-11) ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου.

Μπροστὰ σ᾽ ἐκεῖνο τὸ βῆμα θὰ παρουσιαστοῦν οἱ ὑπόδικοι. Εἴδατε ποτὲ σὲ δικαστήριο πῶς ὁ κατηγορούμενος μὲ μάρτυρες καὶ δικηγόρους, μὲ ὅλη τὴ στάσι τὸ ὕφος καὶ τὰ δάκρυα προσπαθεῖ νὰ ἐξευμενίσῃ τὸ δικαστήριο, κι ὅταν ὁ δικαστὴς τοῦ μιλήσῃ γλυκὰ νιώθει ἐλπίδα, ἐνῷ ὅταν ὁ δικαστὴς ἢ ὁ εἰσαγγελέας μιλήσουν αὐστηρὰ τότε τρέμει ἡ καρδιά του; Ἐὰν τρέμουμε μπροστὰ σὲ ἐπιγείους δικαστάς, «ὤ ποῖος φόβος τότε!» (δοξα. ἑσπ. Σαβ. Ἀπόκρ.), ὅταν παρουσιαστοῦμε μπροστὰ σ᾽ Ἐκεῖνον τὸν ἀδέκαστο «κριτὴν Θεὸν (τῶν) πάντων», «ζώντων καὶ νεκρῶν» (Ἑβρ. 12,23. Πράξ. 10,42)! Τότε θὰ σταθοῦν μπροστά του οἱ βασιλιᾶδες, οἱ στρατηγοί, οἱ πλούσιοι, οἱ ἄσωτοι, οἱ κλέφτες, οἱ ψευδομάρτυρες, οἱ ἐπίορκοι, οἱ βλάσφημοι, οἱ μάγοι, οἱ παιδοκτόνοι, οἱ ἀχάριστοι, οἱ ἄστοργοι στοὺς γονεῖς, αὐτοὶ ποὺ διέπραξαν ὄργια…· ὅλοι θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸ κριτήριο καὶ θὰ τρέμουμε σὰν τὰ φύλλα ὅταν πνέῃ σφοδρὸς ἄνεμος. Καὶ ὁ «δικαιότατος Κριτὴς» (ἑσπ. Σαβ. Ἀπόκρ.) θ᾽ ἀνοίξῃ τὰ βιβλία τῶν πεπραγμένων.

Εἶνε ψέμα ἂν κάποιος πῇ πὼς ξέρει τὸ διπλανό του, ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα του, ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα της. Κάθε ἄνθρωπος εἶνε ἕνα κλειστὸ βιβλίο, ὅπου τὰ μυστικά του μένουν ἑπτασφράγιστα. Τότε λοιπὸν «βίβλοι ἀνοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις» (ἑσπ. Σαβ. Ἀπόκρ.) καὶ συνειδήσεις. Θὰ κριθοῦν ὄχι μόνο τὰ ἔργα, τὰ ἐξωτερικά μας ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὰ λόγια· τὸ Εὐαγγέλιο λέει, ὅτι θὰ ἀπολογηθοῦμε γιὰ κάθε «ἀργὸν λόγον» ποὺ εἴπαμε (Ματθ. 12,36). Καὶ μόνο τὰ ἔργα καὶ οἱ λόγοι; Καὶ ἡ σκέψι μας ἀκόμα, ναὶ αὐτὰ ποὺ σκέπτεσαι. Γιατὶ πές μου τί σκέπτεσαι τὴ νύχτα, νὰ σοῦ πῶ τί εἶσαι. Ὁ Κριτὴς θὰ κρίνῃ μὲ ἀκρίβεια, θὰ ζυγίσῃ ὄχι μὲ πλάστιγγα ἀλλὰ μὲ ζυγαριὰ φαρμακείου, ποὺ ζυγίζει καὶ τὸ τελευταῖο δράμι, τὴν τελευταία οὐγγιά, τὸ τελευταῖο γραμμάριο.

Λέει κάπου τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι «καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς (μας) πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί» (Ματθ. 10,30). Τί σημαίνει αὐτό· ὅτι ὁ Κύριος, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, ξέρει καὶ θὰ κρίνῃ μὲ ἀκρίβεια καὶ τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχουμε μέσα μας.

Ἕνας ἄπιστος ζοῦσε μὲ τὴν ἰδέα ὅτι δὲν ὑπάρχει κόλασι. Μιὰ μέρα ὅμως ἡ ἀπιστία του κλονίστηκε· βρῆκε κάποιον ἀγράμματο, ποὺ ἔσκαβε τὴ γῆ, κι αὐτὸς τοῦ εἶπε· –Λὲς πὼς δὲν ὑπάρχει· καὶ ἂν ἕνα τοῖς χιλίοις ὑπάρχῃ; τί γίνεται τότε;… Καὶ ὄντως· μπορεῖ ὅλοι νὰ ψεύδωνται, ἀλλὰ ἕνας δὲν μᾶς εἶπε ψέμα ποτέ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός· αὐτὸς μᾶς βεβαιώνει.

* * *

Τὸ συμπέρασμα, ἀδελφοί μου. Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μᾶς μοίρασε προσκλήσεις. Ὅταν ἔρθῃ κλῆσι γιὰ δικαστήριο, σταματᾷς κάθε τι ἄλλο, προσπαθεῖς νὰ βρῇς μάρτυρες ὑπερασπίσεως, πληρώνεις δικηγόρους. Τώρα λοιπὸν πήραμε πρόσκλησι, καὶ ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῆς δίκης, ἡ ἡμέρα Κυρίου παντοκράτορος (βλ. Πράξ. 2,20. Ἀπ. 16,14). Μάρτυρες ὑπερασπίσεως καὶ δικηγόροι ἐκεῖ θὰ εἶνε τὰ ἔργα μας, αὐτὰ καὶ μόνο. Γιά σκέψου· ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾽ ἀκούει ὅλα, κ᾽ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα. Ἂς πέσουμε σὲ μετάνοια. Καὶ μὲ τὶς λαμπάδες ἀναμμένες ὅπως οἱ φρόνιμες παρθένες, ὅταν ἀκουστῇ ἡ φωνὴ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται» (Ματθ. 25,6), νὰ σπεύσουμε νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε. Νὰ πέσουμε στὰ πόδια του καὶ νὰ ποῦμε· Χριστέ, ἐλέησόν μας διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Sunday the 24th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©