ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Προφάσεις

«Ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς…»

ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Κάπου στρώθηκε ἕνα τραπέζι μὲ ὅ,τι ἐκλεκτό· γλέντι τρικούβερτο. Ἀλλὰ –περίεργο πρᾶγμα– δὲν πάτησε κανένας. Πολὺ περίεργο· σὲ τέτοιες διασκεδάσεις τρέχουν ὅλοι, πῶς ἐδῶ δὲν ἦρθαν;

Ἡ ἀπορία λύνεται ἂν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι τὸ εὐαγγέλιο εἶνε λόγος παραβολικός, ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Δὲν πρόκειται δηλαδὴ γιὰ κανένα γλέντι κοσμικό, γιὰ διασκέδασι ὅπως αὐτὲς ποὺ γίνονται στὰ κέντρα. Ἡ παραβολὴ αὐτὴ διδάσκει, ὅτι ἔξω ἀπὸ τὶς κοσμικὲς χαρὲς ὑπάρχουν καὶ πνευματικὲς ἀπολαύσεις, ὑπάρχει κ᾽ ἕνα συμπόσιο οὐράνιο.

Μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ τοῦ μεγάλου δείπνου ὁ Κύριος θέλει νὰ διδάξῃ, ὅτι ἡ θρησκεία μας χαρίζει τὴ χαρά. Τὴ χαρὰ δὲν τὴ δίνει ὁ κόσμος, τὴ δίνει ὁ Χριστός, ἀρκεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε. Θέλεις νὰ αἰσθανθῇς χαρὰ πραγματική; δέξου τὴν πρόσκλησί του. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως, μὲ διάφορες προφάσεις, ἀρνοῦνται τὴν πρόσκλησι, νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς θεῖες ἐντολές. Ποιές ἐντολές;

* * *

Ἂς ἀναφέρουμε μερικές, ἀγαπητοί μου.

Πρῶτα - πρῶτα ὁ ἐκκλησιασμός. Κάθε Χριστιανὸς ἔχει χρέος νὰ ἐκκλησιάζεται τοὐλάχιστον τὴν Κυριακή. Ἀπὸ τὶς 168 ὧρες ποὺ ἔχει ἡ ἑβδομάδα, ὁ Κύριος ζητάει νὰ διαθέσουμε μία μόνο ὥρα γιὰ νὰ ἔρθουμε στὴν ἐκκλησία νὰ ποῦμε ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Μεγαλοδύναμο καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός του. Κι ὅμως οἱ πολλοὶ δὲν ἔρχονται κ᾽ οἱ ἐκκλησιὲς εἶνε σχεδὸν ἀδειανές. Ἂν ἐκκλησιάζονταν ὅλοι, θά ᾽πρεπε νὰ φτειάξουμε μεγαλύτερες ἐκκλησίες. Ἂν τώρα τοὺς ρωτήσῃς, γιατί δὲν ἐκκλησιάζονται, ἀκοῦς δικαιολογίες ποὺ δὲν στέκουν.

Ὁ ἕνας θὰ πῇ· Δουλεύω, κουράζομαι, ἔχω ἀνάγκη ν᾽ ἀναπαυθῶ, κ᾽ ἔτσι τὶς πρωινὲς ὧρες κοιμᾶμαι. Μὰ ἐγὼ βλέπω πρωὶ - πρωὶ τὴν Κυριακὴ πλῆθος ἄνθρωποι νὰ μπαίνουν σὲ αὐτοκίνητα καὶ νὰ φεύγουν γιὰ ἐκδρομὲς τὴν ὥρα ποὺ χτυπᾶνε οἱ καμπάνες. Γιὰ ἐκδρομὴ διακόπτουν τὸν ὕπνο τους, γιὰ τὴν ἐκκλησία ὄχι.

Κουράζονται, λένε, ὄρθιοι στὴν ἐκκλησία, γι᾽ αὐτὸ δὲν ἔρχονται. Μὰ ἐγὼ βλέπω στοὺς ναοὺς τὰ καθίσματα νὰ εἶνε ἀδειανά, κι αὐτοὺς ποὺ λένε πὼς δὲν μποροῦν νὰ σταθοῦν ἐδῶ μιὰ ὥρα, τοὺς βλέπω ὧρες ὁλόκληρες ὄρθιους στὸ γήπεδο καὶ νὰ τοὺς ψήνῃ ὁ ἥλιος ἢ νὰ τοὺς περονιάζῃ τὸ κρύο. Ἄρα ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν δὲν εἶνε ἡ κούρασι, εἶνε ἡ ἀδιαφορία.

Λοιπόν· Ἔλα στὴν ἐκκλησία – Κουράζομαι. Ἔλα στὴν ἐκκλησία – Δὲ βρίσκω κάθισμα. Ἔλα στὴν ἐκκλησία – Δὲ μ᾽ ἀρέσει αὐτὸς ὁ παπᾶς. Ἔλα στὴν ἐκκλησία – Μ᾽ ἐνοχλοῦν οἱ ἐπίτροποι. –Ἔλα στὴν ἐκκλησία – Βαριέμαι τὸ κήρυγμα… Δὲν ἔρχεσαι. Δηλαδή, προφάσεις.

Καὶ μόνο γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό; Νά, τώρα εἶνε περίοδος νηστείας, ποὺ εἶνε θεσμὸς τὸν ὁποῖον ὥρισε ἡ Ἐκκλησία μας ὡς μέσο προπαρασκευῆς γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα. Νηστεύουν οἱ ἄνθρωποι; Οὔτε Τετάρτη, οὔτε Παρασκευή, οὔτε Μεγάλη Τεσσαρακοστή, οὔτε καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ ἀκόμα. Μὰ γιατί;

–Εἶμαι ἄρρωστος, λέει. Ἂν εἶσαι ἄρρωστος, ἔχεις δικαιολογία· φιλάνθρωπη ἡ Ἐκκλησία μας σὲ ἐξαιρεῖ ἀπὸ τὸν κανόνα. Δὲν εἶνε ὅμως ὅλοι ἄρρωστοι. Ἔχουν ὑγεία σιδερένια, μποροῦν νὰ σπάσουν χαλίκι στὸ δημόσιο δρόμο. Προφασίζονται τὸν ἄρρωστο· αἰτία εἶνε ἡ κοιλιοδουλία, θεοποίησαν τὴν κοιλιά (πρβλ. Φιλ. 3,19).

Τώρα πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα. Ὁ Χριστὸς σοῦ ἔχει στρωμένο τραπέζι καὶ σὲ καλεῖ στὴν θεία κοινωνία· ἔλα λοιπόν, ἔλα νὰ κοινωνήσῃς τὰ ἄχραντα μυστήρια. Τί ἀπαντᾷς·

–Εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀκάθαρτος· ἔχω κάνει διάφορες ἁμαρτίες, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ κοινωνήσω… Πρόφασι, ψευτοευλάβεια εἶνε αὐτή. Ἂν νιώθῃς ἀκάθαρτος, τρέξε στὸ λουτρό. Ὅπως βάζεις στὸ πλυντήριο τὸ ἀκάθαρτο ροῦχο καὶ τὸ λερωμένο πιάτο, κι ὅπως κάνεις τακτικὰ μπάνιο καὶ πλένεις τὸ σῶμα σου, ἔτσι νὰ καθαρίσῃς καὶ τὴν ψυχή σου.

–Μὰ ποῦ νὰ πάω νὰ καθαρίσω τὴν ψυχή μου; Πολὺ κοντά. Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾷς κάτω στὸν Ἰορδάνη ποταμό· ὁ Ἰορδάνης εἶνε δίπλα σου. Ἕνα δάκρυ μετανοίας, ποὺ πέφτει ἀπὸ τὰ μάτια ὄχι γιὰ κοσμικὰ πράγματα ἀλλὰ γιὰ τὶς πορνεῖες, τὶς μοιχεῖες, τὶς βλασφημίες καὶ τ᾽ ἄλλα ἁμαρτήματά μας, γίνεται Ἰορδάνης καὶ μποροῦμε νὰ πλυθοῦμε.

Εἶσαι ἀκάθαρτος; ἔλα στὴν ἱερὰ ἐξομολόγησι. Ἂν πιστεύῃς, τὸ πετραχήλι τοῦ παπᾶ, ὅπως λένε τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε ὁ Ἰορδάνης, ὅπου καθαρίζονται οἱ ἁμαρτωλοί. Ἔλα στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἄνοιξε τὴν καρδιά σου, πὲς τ᾽ ἁμαρτήματά σου, νὰ λάβῃς ἄφεσι.

–Νὰ πάω στὸν πνευματικό; μὰ δὲν ὑπάρχουν πνευματικοί… Δὲν ὑπάρχουν; Πρόφασι κι αὐτό. Ἂν ἀρρωστήσῃς, ζητᾷς γιατρὸ στὴ γειτονιά· ἂν δὲν τὸν βρῇς στὴ γειτονιά, πᾷς στὸ νοσοκομεῖο· κι ἂν δὲν βρῇς ἐδῶ, πᾷς στὸ ἐξωτερικό, δανείζεσαι ἢ πουλᾷς καὶ τὸ σπίτι σου, γιὰ νὰ θεραπεύσῃς τὸ κορμί, ποὺ αὔριο θὰ γίνῃ «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία» (Ἀκολ. νεκρώσ., μακαρ.).

Ὥστε λοιπὸν γιατρὸ γιὰ τὸ σῶμα βρίσκεις, γιὰ τὴν ψυχὴ δὲν βρίσκεις; Ἂν δὲν ὑπάρχῃ πνευματικὸς στὴν ἐνορία, ὑπάρχει παρακάτω. Δόξα τῷ Θεῷ στὴν πατρίδα μας ὑπάρχουν πνευματικοὶ εὐλαβεῖς καὶ ἅγιοι. Καὶ ἂν δὲν βρίσκῃς στὸν κόσμο, ἄντε στὸ Ἅγιον Ὄρος, νὰ βρῇς κάποιον ἀπὸ ᾽κείνους ποὺ ἀσκητεύουν ἐκεῖ, νὰ πῇς τὰ κρίματά σου.

Ἀλλά, ἀδελφοί μου, οἱ προφάσεις δὲν τελειώνουν. Τὸν καλεῖς στὴν ἐκκλησία – προφάσεις, τὸν καλεῖς νὰ νηστέψῃ – προφάσεις, τὸν καλεῖς νὰ κοινωνήσῃ – προφάσεις, τὸν καλεῖς νὰ ἐξομολογηθῇ – προφάσεις. Καὶ ὄχι μόνο γι᾽ αὐτά. Θὰ μπορούσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ προφάσεις μέχρι τὸ βράδυ. Νά· λὲς στὸν ἄλλο ποὺ ἔχει χρήματα· Δῶσε κάτι γιὰ τὴν ἐκκλησία ἢ γιὰ τὸ σχολεῖο ἢ γιὰ τὸ γυμνάσιο, δῶσε γιὰ τὸ φτωχό. Καὶ τὸν βλέπεις καὶ σφίγγει τὸ χέρι καὶ προφασίζεται διάφορα γιὰ νὰ μὴν ἐλεήσῃ.

Προφάσεις ὁ φιλάργυρος γιὰ νὰ μὴν κάνῃ ἐλεημοσύνη, προφάσεις ὁ ἄλλος γιὰ νὰ μὴν κάνῃ προσευχή, προφάσεις ὁ ἄλλος γιὰ νὰ μὴν ἀνοίξῃ τὸ Εὐαγγέλιο, προφάσεις ὁ ἄλλος γιὰ νὰ μὴ συγχωρήσῃ τὸν πλησίον… Ἔχουμε προφάσεις γιὰ ὅλα. Δηλαδὴ τί καταλαβαίνω· ὁ διάβολος ἄνοιξε «φάμπρικα», διαρκῶς βγάζει προφάσεις καὶ τὶς βάζει στὰ στόματα τῶν ἀνθρώπων.

Κάποιος σοφὸς εἶπε· «Εὐκολώτερα ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πάψῃ νὰ ἁμαρτάνῃ παρὰ νὰ πάψῃ νὰ προφασίζεται». Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸ Ψαλτήρι ὁ προφήτης Δαυΐδ, ποὺ τὸ γνωρίζει τὸ κακὸ αὐτό, λέει· «Μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις»(Ψαλμ. 140,4).

* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, τὰ λίγα - τὰ φτωχὰ λόγια εἶχα νὰ πῶ στὴν ἀγάπη σας. Εἴμαστε ἀδικαιολόγητοι. Κανένας δὲν ἔχει λόγο νὰ προφασίζεται· ὡς Χριστιανοὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελέσουμε τὰ ἱερά μας καθήκοντα. Τώρα ὅμως ξέρεις τί θὰ ποῦν κάποιοι; Νά πάλι προφάσεις· –Καλὰ εἶνε ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε, ἀλλὰ τὰ κάνει αὐτὸς ποὺ τὰ λέει;… Ἄλλος θὰ πῇ· –Καλὰ ἦταν αὐτά, μὰ γιὰ «τῷ καιρῶ ἐκείνῳ»… Τρίτος θὰ πῇ· –Καλὰ εἶνε αὐτά, ἀλλὰ ποιός τὰ κάνει σήμερα;… Ἄλλος θὰ πῇ· –Μωρὲ σὰν αὐστηρὰ μᾶς τὰ εἶπε ὁ ἱεροκήρυκας, ἐμεῖς τὰ θέλουμε πιὸ μαλακά…

Ὥστε λοιπὸν αὐτὰ ποὺ εἴπαμε ἐδῶ δὲν θὰ ὑπάρξουν αὐτιὰ νὰ τ᾽ ἀκούσουν; Ἄχ, ἀναστενάζω· γιατὶ μέσα στὶς μεγάλες πολιτεῖες δὲν ὑπάρχουν αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν. Θυμᾶμαι τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα σὰν ἱεροκήρυκας στὰ ψηλὰ βουνά, ἐπάνω στὰ σύνορα. Περνοῦσα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, πήγαινα μέσ᾽ στὶς στάνες, χτυποῦσα τὴν καμπάνα καὶ ἔρχονταν οἱ τσοπαναραῖοι, ὅλος ὁ ἁπλὸς λαὸς τῆς Μακεδονίας. Δὲν εἶχαν ἀνάγκη αὐτοὶ ἀπὸ ῥητορεῖες· σὰν τὴ γῆ τὴ διψασμένη ποὺ ῥουφάει τὸ νερό, ἔτσι ἄκουγαν. Θυμᾶμαι μιὰ φορὰ στὰ Γρεβενά. Πῆγα σὲ ἕνα χωριὸ καὶ ἦταν νύχτα 10 ἡ ὥρα· χτύπησα τὴν καμπάνα, ξύπνησαν ἀπὸ τὰ κρεβάτια, ἄδειασαν τὰ σπίτια, μπήκαν ὅλοι στὴν ἐκκλησία, καὶ τοὺς δίδαξα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοὺς λέω· Θὰ στήσω κολυμπήθρα. Μὲ κοιτάξανε. Τί κολυμπήθρα; Μία εἶνε αὐτὴ ποὺ βαπτίζονται τὰ μικρὰ παιδιά, καὶ δεύτερη εἶνε ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγησις· ἐλᾶτε νὰ ἐξομολογηθῆτε. Καὶ εἶχαν ἄλλος 10, ἄλλος 20, ἄλλος 30, κι ἄλλος 50 χρόνια νὰ ἐξομολογηθοῦν. Καὶ κάθισα, ἀδέρφια μου, –ἀλήθεια σᾶς λέω– κουρασμένος ὅπως ἤμουν ἀλλὰ νεώτερος καὶ ἀκμαῖος, κάθισα ἀπὸ τὶς 11 ἡ ὥρα τὴ νύχτα μέχρι τὸ πρωί· καὶ ἐξωμολογήθηκαν ὅλοι.

Ἄχ πῶς ἤθελα τὶς ἅγιες αὐτὲς μέρες νὰ ἤμουν ἐκεῖ! Καὶ πόσο στενοχωριέμαι ποὺ χίλια χωριὰ δὲν ἔχουν παπᾶ! Θὰ ἤμουν εὐτυχισμένος, ἐγὼ ὁ γέρος, νὰ πάω ἄλλη μιὰ φορὰ ἐπάνω, νὰ χτυπήσω καμπάνα, ν᾽ ἀκούσουν οἱ χωρικοί μας τὸ «Χριστὸς γεννᾶται…», νὰ ψάλουμε κ᾽ ἕνα μνημόσυνο στοὺς τάφους τῶν ἡρώων μας καὶ νὰ ποῦμε «Αἰωνία αὐτῶν ἡ μνήμη».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Thursday the 24th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©