Κυριακὴ Ι΄ Λουκά

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

(Λουκ. 13,10-17)

Ἐκκλησιάζεσθε!

ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Θὰ σᾶς μιλήσω ἁπλᾶ, ἀγαπητοί μου, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξετε αὐτὰ ποὺ θὰ σᾶς πῶ. Ὁ καλὸς πατέρας, ὅταν βλέπῃ τὸ παιδί του νὰ παρεκτρέπεται, ἀναγκάζεται νὰ τὸ τιμωρήσῃ. Δὲν εἶνε καλὸς πατέρας ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὸ παιδί του ἔτσι κι αὐτὸς τὸ χαϊδεύει. Ἡ Γραφὴ λέει· «Ὃς φείδεται τῆς βακτηρίας μισεῖ τὸν υἱὸν αὐτοῦ» (Παρ. 13,24)· ὅποιος λυπᾶται τὸ ῥαβδί του, δὲν ἀγαπάει τὸ παιδί του. Κ᾿ ἐγὼ πατέρας εἶμαι, καὶ θεωρῶ ὑποχρέωσι νὰ παιδεύω τὰ παιδιά μου. Θὰ διδάξουμε, θὰ παρηγορήσουμε, θὰ σφουγγίσουμε τὰ δάκρυα τῶν πονεμένων. Ἀλλ᾿ ὅταν δοῦμε μέσα στὴν ἱερὰ οἰκογένεια τῶν Χριστιανῶν κάποιους νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ὅρια τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τοῦ εὐαγγελίου, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἐλέγξουμε, ἀπὸ ἀγάπη.

Μερικοὶ βέβαια, ὅταν τοὺς ἐλέγχουν, εἶνε σὰν τὸν ἄῤῥωστο πού, ἐνῷ ὁ γιατρὸς προσπαθεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸν καρκίνο, αὐτὸς τοῦ δαγκώνει τὸ χέρι. Γιατρὸς εἶμαι κ᾿ ἐγώ, μαχαίρι κρατῶ, πνευματικὸ μαχαίρι, ἐγχείρησι κάνω, καὶ ὁ ἀσθενὴς πάνω στὸν πόνο του μπορεῖ νὰ μὲ δαγκώσῃ. Ἀλλὰ προτιμότερο αὐτό, παρὰ ν᾿ ἀφήσω τὸν ἄῤῥωστο νὰ πεθάνῃ.

Τώρα, λοιπόν, θὰ γίνω δυσάρεστος. Γιὰ ποιό πρᾶγμα; Βλέπω, ὅτι ἐλάχιστοι Χριστιανοὶ ἐκκλησιάζονται. Γι᾿ αὐτὸ διαμαρτύρομαι. Καὶ θέλω μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι νὰ κηρύξω καὶ νὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς πῶ μόνο μία λέξι· ἐκκλησιάζεσθε!

* * *

Ἐκκλησιάζεσθε! Δὲν τὸ λέω ἐγώ. Τὸ λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀκούσατε πῶς ἀρχίζει· «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι» (Λουκ. 13, 10)· ἦταν, λέει, στὴ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων. Τί εἶνε ἡ «συναγωγή»; Εἶνε κτήριο τῶν Ἑβραίων γιὰ τὶς θρησκευτικές τους ἀνάγκες. Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν ἕνα μόνο ναό, τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος στὰ Ἰεροσόλυμα. Στὶς διάφορες παροικίες τους ἀνὰ τὸν κόσμο δὲν ἔχουν ναούς, ἀλλὰ συναγωγές, ποὺ κοινῶς λέγονται χάβρες· κάτι μεταξύ ναοῦ, σχολείου καὶ θρησκευτικῆς αἰθούσης. Οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τὴ χάβρα, οἱ Τοῦρκοι τὸ τζαμί, ἐμεῖς τὴν ἐκκλησία. Ἡμέρα ἀργίας καὶ συγκεντρώσεως οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τὸ Σάββατο, οἱ μουσουλμᾶνοι τὴν Παρασκευή, κ᾿ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ τὴν Κυριακή.

Τὸ Σάββατο οἱ Ἑβραῖοι εἶνε ὅλοι στὴ χάβρα, στὴ συναγωγή τους. Καὶ μέχρι σήμερα, τρεῖς χιλιάδες τώρα χρόνια, τὸ ἴδιο κάνουν. Αὐτὸ τὸ μικρὸ ἔθνος, ποὺ συνταράσσει τὴν οἰκουμένη, ἐξακολουθεῖ νὰ κρατάῃ τὶς παραδόσεις του· κάθε Σάββατο πηγαίνουν στὴ συναγωγή.

Δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ ἕνας ὑπουργὸς τοῦ Ἰσραὴλ ταξιδεύοντας βρέθηκε στὴ Λάρισσα, καὶ ἦταν Σάββατο. Διέκοψε τὸ ταξίδι του. Κατέβηκε ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο, πῆγε στὸ ξενοδοχεῖο, καὶ πρὸς κατάπληξιν ὅλων προσευχόταν καὶ διάβαζε Παλαιὰ Διαθήκη. Τὴν ἑπομένη ἡμέρα συνέχισε τὸ ταξίδι του. Στὸ Ἰσραὴλ τὸ Σάββατο δὲν κουνιέται φύλλο.

Συγκρίνατε τώρα αὐτὴ τὴν εἰκόνα μὲ τὴ δική μας. Οἱ ὑπουργοί μας διαλέγουν τὴν Κυριακὴ νὰ κάνουν τὶς περιοδεῖες τους. Καὶ μόνο οἱ ἄρχοντες; Καὶ ὁ λαὸς τὰ ἴδια κάνει. Κυριακὴ γίνονται τὰ πιὸ πολλὰ δυστυχήματα, τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα καὶ πολλὰ ἐγκλήματα κατὰ τὴ στατιστικὴ τῆς ἀστυνομίας. Ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου καταντᾷ ἡμέρα τοῦ διαβόλου. Ἀπόδειξις· ἐνῷ ἡ καμπάνα καλεῖ, ἐλάχιστοι ἐκκλησιάζονται, καὶ αὐτοὶ γέροντες. Οἱ ἄλλοι;

Ἐκκλησιάζεσθε! μᾶς φωνάζουν οἱ Ἑβραῖοι. Ἐκτὸς τῶν Ἑβραίων μᾶς τὸ φωνάζει καὶ μιὰ γυναίκα. Αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως δικαιολογημένη νὰ μὴν ἔρθῃ στὴ συναγωγή, ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο. Πνεῦμα πονηρὸ τῆς εἶχε κάμψει τὴ ῥάχη. Ὅπως παίρνεις μιὰ βέργα τὴ λυγίζεις καὶ τὴν κάνεις στεφάνι, ἔτσι ὁ σατανᾶς ἔκανε τὴ σπονδυλική της στήλη. Τὸ κεφάλι της δὲν ἦταν πλέον ψηλά· ἄγγιζε κάτω τὴ γῆ.

Ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀπὸ μακριά, νόμιζε ὅτι εἶνε ἕνα κουβάρι, ἕνα τετράποδο. Ἦταν λοιπὸν δικαιολογημένη νὰ μὴν πάῃ στὴ συναγωγή. Καὶ ὅμως πήγαινε! Δεκαοχτὼ χρόνια, κάθε Σάββατο, χειμῶνα - καλοκαίρι θὰ τὴν ἔβλεπες περνώντας τὰ σοκάκια νὰ δίνῃ ἐκεῖ τὸ παρὼν ἀγόγγυστα. Καὶ μέσα στὶς πολλὲς φορές, νά τώρα ἔγινε τὸ θαῦμα! Ἐπέμενε ὅπως ὁ ψαρᾶς.

Εἶδα κάποτε ἕνα ψαρᾶ. Ἦταν πάνω σ᾿ ἕνα βράχο κ᾿ ἔρριχνε τὸ ἀγκίστρι του ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ χωρὶς νὰ πιάνῃ τίποτα. Ὅταν πιὰ βασίλευε ὁ ἥλιος, τότε, ὕστερα ἀπὸ ἀμέτρητες προσπάθειες, τὸν βλέπω ξαφνικὰ γεμᾶτο χαρά. Ἔπιασα, μοῦ λέει· τραβάει, τσίμπησε! Ἐπὶ τέλους εἶχε πιάσει ψάρι. Ἔτσι εἶνε κι ὁ Θεός.

Ἔλα στὴν ἐκκλησιά! Δὲν θὰ σ᾿ ἀκούσῃ μιά, δυό, τρεῖς φορές· κάποτε –ἔχεις τὸ λόγο του– θὰ σ᾿ ἀκούσῃ! Ἔτσι ἔγινε καὶ σ᾿ αὐτήν. Μέσ᾿ στὶς πολλὲς φορές, μία, τὸ ψάρι τσίμπησε. Ποιό ψάρι; Ὁ νοητὸς Ἰχθύς, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός! Πῶς ἦταν δυνατὸν ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε γεμᾶτος ἀγάπη, νὰ τὴν παραβλέψῃ;

Ἕνας μᾶς ἀγαπάει πραγματικὰ μὲ μιὰ ἀγάπη τελεία, περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον· ὁ Χριστός!

Τὴν κοίταξε ἐκεῖ, σὲ κάποια γωνιὰ τῆς συναγωγῆς, μὲ βλέμμα ἀγάπης. Τὴν κάλεσε κοντά. Ἅπλωσε τὸ χέρι καὶ –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους, ἀλλὰ κ᾽ ἐμᾶς δικαίωμά μας νὰ πιστεύουμε– μόλις ἄγγιξε πάνω της ὁ Χριστός, σὰν νὰ τὴν πέρασε ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, ῥεῦμα θείας χάριτος, ἀμέσως ἔτριξε ἡ ῥαχοκοκκαλιά της, ὕψωσε τὸ κεφάλι. Τὸ κορμί της ἔγινε ὁλόρθο κυπαρίσσι, καὶ δόξαζε τὸ Θεό. Τὸ θαῦμα ἔγινε ἐκεῖ, στὴν ἱερὰ σύναξι.

Ἐκκλησιάζεσθε! μᾶς φωνάζουν οἱ Ἑβραῖοι μὲ τὴ χάβρα τους καὶ ἡ συγκύπτουσα γυναίκα μὲ τὸ παράδειγμά της. Δὲν θέλετε ν᾿ ἀκούσετε αὐτούς; τότε ἀκοῦστε μιὰ ἄλλη φωνή. Εἶνε ἡ φωνὴ τῶν προγόνων μας.

Πρὶν ἑκατὸ χρόνια, στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴ Μακεδονία, στὴ Θρᾴκη, παντοῦ στὴν πατρίδα μας, οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἶχαν ὄμορφες ἐκκλησιές. Ὁ Ἀβδοὺλ Χαμὶτ δὲν ἐπέτρεπε νὰ χτυποῦν καμπάνες. Καὶ ὅμως χωρὶς καμπάνες τὴν Κυριακή, ὅπου χώρα Ἑλληνική, ὅλοι μὰ ὅλοι τους ἦταν στὴν ἐκκλησιά! Μόνο καμμιὰ λεχώνα ποὺ ἦταν στὸ κρεβάτι ἢ κανένας γέρος ἑτοιμοθάνατος, αὐτοὶ δὲν πήγαιναν στὴν ἐκκλησιά. Ὅλοι μέσ᾿ στὶς ἐκκλησιὲς προσεύχονταν καὶ τὰ δάκρυά τους ἔπεφταν κορόμηλο στὸ δάπεδο.

Τέτοιοι ἦταν οἱ πρόγονοί σας. Ἂν ὑποθέσουμε τώρα, ὅτι μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸν τάφο ξυπνάει - ἀνασταίνεται ἕνας παπποῦς - ἕνας πρόπαππος, ἕνας πρόγονός σας καὶ ἔρχεται ἐδῶ, τί θὰ περίμενε; Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά. Τὴν Κυριακὴ θὰ ἐρχόταν στὴν ἐκκλησία, θά ᾿βλεπε μέσα ἐλάχιστους, καὶ τί θὰ ἔλεγε; Αἴσθημα βαθυτάτης λύπης θὰ κατεῖχε ἀσφαλῶς τὴν ψυχή του. Γι᾿ αὐτό, ἀγαπητοί μου, λέω καὶ φωνάζω· Ἐκκλησιάζεσθε!

Μιμηθῆτε τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰσραήλ, τὸ παράδειγμα τῆς συγκυπτούσης, τὸ παράδειγμα τῶν προγόνων μας.

* * *

 –Μά, θὰ μοῦ πῆτε, τί ἔχω νὰ κερδίσω ἂν πάω στὴν ἐκκλησιά; τί θὰ καταλάβω;… Καὶ μόνο νὰ τὸ λὲς εἶνε ἁμαρτία. Τί θὰ καταλάβῃς; Εἶδες· μπῆκε μὲ τὰ τέσσερα, βγῆκε μὲ τὰ δυό· μπῆκε κτῆνος, βγῆκε ἄνθρωπος! Ἔ, κάτι τέτοιο συμβαίνει, ἀγαπητοί μου, καὶ στὸν ἐκκλησιασμό. Σημειῶστε το καλά· ἄνθρωπος ποὺ δὲν μπαίνει στὴν ἐκκλησία νὰ νιώσῃ ἀνατριχίλα ὅταν περνάῃ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὰ ἅγια, ἄνθρωπος ποὺ δὲν προσεύχεται καὶ δὲν ἀνοίγει τὴν ἁγία Γραφή, ἄνθρωπος ποὺ δὲν αἰσθάνεται τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς σιγὰ - σιγὰ ὑποβιβάζεται, ἀποκτηνώνεται.

Οἱ πρόγονοί μας αὐτὸν ποὺ δὲν πήγαινε στὴν ἐκκλησία ξέρετε πῶς τὸν ἔλεγαν; Ἀλειτούργητο. Καὶ αὐτὸ τί ἐσήμαινε; ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸν πλησιάσῃ κανείς. Ὅταν ἔλεγαν «Αὐτὸς εἶνε ἀλειτούργητος», δὲν τὸν ἔβαζαν μέσα σὲ σπίτι, δὲν τοῦ ἔδιναν τὸ κορίτσι τους νὰ τὸν κάνουν γαμπρό, δὲν τοῦ ἔδιναν παιδὶ νὰ βαπτίσῃ, δὲν εἶχαν συναλλαγὲς μαζί του. Καὶ εἶχαν δίκιο. Γιατὶ ὁ ἄπιστος στὸ Θεὸ θά ᾿νε ἄπιστος καὶ στὴ γυναῖκα του, καὶ στὰ παιδιά του, καὶ στὴν πατρίδα, καὶ παντοῦ. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλήθεια.

Καὶ παλαιότερα οἱ ἀλειτούργητοι ἦταν ἐλάχιστοι· τώρα εἶνε πολλοί. Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, ἔρχεται σὲ λίγο νὰ γεννηθῇ. Γεννᾶται σὲ μία φάτνη σταύλου, γιὰ νὰ δείξῃ πῶς βρῆκε τὴν ἀνθρωπότητα, σὲ κατάστασι ἀποκτηνώσεως. Ἔρχεται νὰ γεννηθῇ, γιὰ νὰ πάρῃ τὸ κτῆνος καὶ νὰ τὸ κάνῃ πάλι ἄνθρωπο, κι ὄχι μόνο ἄνθρωπο ἀλλὰ καὶ ἄγγελο. Ἔρχεται νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσά μας, γιὰ νὰ κάνῃ τὴν θηριώδη κοινωνία μας κοινωνία ἀγγέλων καὶ βασιλεία οὐρανῶν. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία του, γιὰ νὰ μπαίνῃ σ᾿ αὐτὴν κάθε ἄνθρωπος, νὰ καθαρίζεται, νὰ φωτίζεται, νὰ ἁγιάζεται, νὰ σῴζεται. Γι᾿ αὐτὸ νὰ ἐκκλησιαζώμαστε. Νὰ ἐκκλησιαζώμαστε ἀνελλιπῶς. Ἔτσι θὰ ὑψωθοῦμε καὶ θὰ γίνῃ ἡ ζωή μας ζωὴ ἀνώτερη, ζωὴ μακαρία· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Monday the 17th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©