ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ. ΔΑΚΡΥΑ

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

«Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13)

Του μ. Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Στὸν κύκλο, ἀγαπητοί μου, τῶν εὐαγγελικῶν περικοπῶν τοῦ ἔτους, ἡ σημερινὴ Κυριακὴ  εἶναι ἡ τρίτη (Γ΄) τοῦ Λουκᾶ. Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε εἶναι γνωστό. Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα τοῦ Χριστοῦ, θαῦμα ποὺ πιστοποιεῖ, ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸ ἔκανε εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ κρατᾷ στὰ χέρια του τὰ κλειδιὰ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου (βλ. Ἀπ. 1,18).

Τὸ σημερινὸ θαῦμα δὲν εἶναι ἁπλῶς θεραπεία μιᾶς ἀσθενείας· εἶναι ἀνάστασις νεκροῦ,νεκροῦ ποὺ τὸν συνώδευαν πλέον στὴν τελευταία του κατοικία. Νεκρός, φέρετρο, κηδεία, πένθος, δάκρυα… Καὶ ὅμως, ἐκεῖ ποὺ κανείς δὲν μποροῦσε νὰ δώσῃ παρηγορία, παρουσιάζεται ὁ μέγας παρηγορητής, ὁ Κύριός μας, καὶ τὰ δάκρυα παύουν, καὶ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις διαδέχεται τὸ πένθος.

Ἐπάνω στὸ θαῦμα αὐτὸ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἐπιμείνῃ ὧρες ὁλόκληρες. Παραβλέπω ὅμως ἄλλα σημεῖα καὶ παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας νὰ προσέξετε σὲ μία λεπτομέρεια.

Λέει τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ φέρετρο ἀκολουθοῦσε λαός. Ἀλλ᾿ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ἕνα πρόσωπο συγκεντρώνει ὅλη τὴ συμπάθεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἦταν μιὰ γυναῖκα· ἡ μάνα. Αὐτὴ ἔκλαιγε καὶ σπάραζε. Οἱ κραυγές της ἔκαναν κάθε καρδιὰ νὰ ῥαγίζῃ. Τὸ νεκρὸ παιδί της ἦταν μονάκριβο. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ κλαίει.Ἔκλαψε καὶ ὅταν νέα ἔχασε τὸ σύντροφο τῆς ζωῆς της καὶ ὡδηγοῦσε τὸ νεκρὸ σύζυγό της στὸν τάφο. Τώρα στὸν ἴδιο τάφο ὁδηγεῖ τὸ παιδί της, καὶ τὸ πένθος της εἶναι διπλό. Κλαίει. Ἀλλὰ τὰ δάκρυα τῆς γυναίκας αὐτῆς δὲν εἶναι τὰ μόνα στὸν κόσμο. Στὰ δικά της δάκρυα ἔρχονται καὶ προστίθενται ποταμοὶ ἄλλων δακρύων ποὺ χύνει ὁ ἄνθρωπος.

Διότι ποιό μάτι δὲν ἔκλαψε, ἀδελφοί μου; Μὲ τὸ δάκρυ γεννιέται ὁ ἄνθρωπος καὶ μὲ τὸ δάκρυ φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμο. Μετρᾶτε τὰ δάκρυα; Εὐκολώτερο εἶναι νὰ μετρήσῃ κανεὶς τὶς σταγόνες τοῦ ὠκεανοῦ παρὰ τὰ δάκρυα τῆς ἀνθρωπότητος. Κλαῖνε οἱ γυναῖκες ὅταν χάνουν τὸν ἐκλεκτό τους σύντροφο. Κλαῖνε τὰ παιδιὰ ὅταν χάνουν τὸ φιλόστοργο πατέρα τους. Κλαῖνε οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς ὅταν χάνουν κάποιο δικό τους. Κλαῖνε οἱ ἀδικημένοι ποὺ στερήθηκαν περιουσιακὰ στοιχεῖα. Κλαῖνε οἱ ἄρρωστοι πάνω στὰ κρεβάτια τους καὶ βογγοῦν ἀπὸ ἀνίατη νόσο. Κλαῖνε οἱ ἐξόριστοι, ποὺ καθεστῶτα τυραννικὰ τοὺς ἀπεμάκρυναν μέσα ἀπὸ τὰ σπίτια τους. Κλαῖνε οἱ φυλακισμένοι, ποὺ ἡ ψευδορκία τοὺς ὡδήγησε μέσα στὰ μπουντρούμια. Κλαῖνε οἱ φτωχοὶ στὶς καλύβες, ἀλλὰ κλαῖνε καὶ οἱ πλούσιοι στὰ μέγαρά τους. Κλαῖνε οἱ ζητιάνοι, ἀλλὰ κλαῖνε καὶ οἱ βασιλιᾶδες μέσα στὰ παλάτια τους· καὶ μάλιστα αὐτοὶ κλαῖνε δραματικώτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Μὲ μόνη τὴ διαφορά, ὅτι ὁ φτωχὸς κλαίει καὶ δὲν ἔχει μαντήλι νὰ σφουγγίσῃ τὰ δάκρυά του ποὺ πέφτουν κάτω στὴ γῆ, ἐνῷ ὁ πλούσιος κλαίει καὶ τὰ δάκρυά του τὰ σφουγγίζει μὲ μεταξωτὸ μαντήλι. Ἀλλὰ εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς τὰ δάκρυα εἶναι δάκρυα καὶ ὁ πόνος πόνος. Κλαῖνε λοιπὸν καὶ οἱ βασιλιᾶδες.

Λένε γιὰ τὸν Ξέρξη, ἕναν ἀπὸ τοὺς ἰσχυρότερους βασιλιᾶδες μιᾶς ἀπεράντου αὐτοκρατορίας, ποὺ ἐξεστράτευσε ἐναντίον τῆς μικρῆς μας πατρίδας, ὅτι κάποτε, προτοῦ ν᾽ ἀρχίσῃ ἡ μάχη τῶν Θερμοπυλῶν, παρέταξε στὴ Θεσσαλία τὰ στρατεύματά του καὶ ὁ κάμπος γέμισε. Αὐτὸς ἀπὸ μιὰ ἐξέδρα ἔβλεπε τὴν παρέλασι. Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ πέρασαν στρατιὲς στρατιῶν, ἱππικό, πεζικὸ καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχε ὁ στρατὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὑπερήφανος ὁ Ξέρξης χαιρετοῦσε τὰ στρατεύματα. Ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ δάκρυσε. Ἀπόρησαν οἱ ὑπασπισταί του. Τὸν πλησίασαν μετὰ τὴν παρέλασι καὶ τὸν ρώτησαν· –Γιατί ἔκλαιγες; Δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ πιὸ ὡραία στιγμὴ τῆς ζωῆς σου, νὰ βλέπῃς τὰ στρατεύματά σου νὰ παρελαύνουν;… Καὶ ἀπήντησε ὁ Ξέρξης· –Τὴν ὥρα ἐκείνη πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό μου μιὰ σκέψι. Σκέφτηκα· ὕστερα ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια ποιός θὰ ζῇ ἀπ᾿ ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν στρατιωτῶν, τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν βασιλιάδων;…Αὐτὴ ἡ ἰδέα τὸν ἔκανε νὰ κλάψῃ. Κλαῖνε λοιπὸν ὅλοι, σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, σὲ ὅλους τοὺς τόπους, σὲ ὅλες τὶς ἐποχές. Ἀλλ᾿ἂν ὑπάρχῃ μιὰ ἐποχὴ καὶ μιὰ γενεὰ ποὺ ἔκλαψε περισσότερο, εἶναι ἡ δική μας, ἡ ὁποία εἶδε δύο παγκοσμίους πολέμους ποὺ ἐστοίχισαν ἑκατομμύρια νεκρούς. Καὶ ἐνῷ ἀκόμη χῆρες καὶ ὀρφανὰ θρηνοῦν καὶ τὰ ἐρείπια μένουν,οἱ ἄφρονες ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας ἑτοιμάζουν νέο πόλεμο, τὸν Ἁρμαγεδῶνα (Ἀπ. 16,16), ποὺ θὰ εἶναι ὁ τελειωτικὸς πόλεμος στὸν κόσμο. Δάκρυα ἐπὶ δακρύων. Ἂν ἕνας ἄγγελος μάζευε τὰ δάκρυα ποὺ χύνουν χῆρες, ὀρφανά, ἄρρωστοι, διωκόμενοι, φυλακισμένοι, συκοφαντημένοι, θὰ σχηματιζόταν μιὰ ἀπέραντη πικρὴ λίμνη μὲ τὸ ὄνομα «τὰ δάκρυα τῆς ἀνθρωπότητος». Ἀλλ᾿, ἀδελφοί μου, μοῦ ἔρχεται νὰ κλάψω κ᾿ ἐγὼ καὶ ν᾿ ἀναστενάξω. Γιατὶ μέσα στὰ ποτάμια αὐτὰ τῶν δακρύων ἀναζητῶ μὰ δὲν βλέπω λίγα δάκρυα εὐλογημένα. Αὐτὰ τὰ δάκρυα, γιὰ τὰ ὁποῖα σᾶς μίλησα, εἶναι δάκρυα ἀνώφελα. Τὸ νεκρό σου, ὅσα δάκρυα καὶ ἂν χύνῃς, δὲν τὸν ἀνασταίνεις. Ὑπάρχουν ὅμως κάτι ἄλλα δάκρυα, δάκρυα οὐράνια, ἀγγελικά, ποὺ ἀξίζουν περισσότερο κι ἀπὸ διαμάντια. Ποιά εἶναι τὰ δάκρυα αὐτά; Θέλω νὰ τελειώσω μὲ ἕνα ἀνέκδοτο. Ὁ Θεός, λέει, πάνω στὰ οὐράνια κάλεσε τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς εἶπε· Ἀφῆστε τὸν οὐρανὸ καὶ πετάξτε κάτω στὴ γῆ, σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι. Καὶ τὸ βράδυ, ὅταν ἐπιστρέψετε, θέλω νὰ μοῦ πῆτε, ποιό εἶναι τὸ ὡραιότερο πρᾶγμα ποὺ εἴδατε κάτω στὴ γῆ. Πέταξαν οἱ ἄγγελοι σὲ πολιτεῖες καὶ χωριά, σὲ καλύβες καὶ παλάτια, παντοῦ ὅπου ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Τὸ βράδυ κουρασμένοι παρουσιάστηκαν νὰ δώσουν ἀναφορὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἕνας ἄγγελος λέει· –Τὸ ὡραιότερο ποὺ εἶδα εἶναι ἕνα ἀντρόγυνο ποὺ πενήντα χρόνια δὲν μάλωσαν. Ὁ ἄλλος ἄγγελος λέει· –Τὸ ὡραιότερο ποὺ εἶδα εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν. Ὁ τρίτος λέει· –Τὸ ὡραιότερο ποὺ εἶδα εἶναι ἡ φιλία, ποὺ συνδέει ἀνθρώπους τὸν ἕνα μὲ τὸν ἄλλο. Ὁ τέταρτος εἶπε· –Ἡ ἐλεημοσύνη. Ὁ ἄλλος εἶπε· –Ἡ συγχώρησις… Ἔρχεται καὶ ὁ τελευταῖος, ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του κάτι ποὺ ἄστραφτε. –Ἐσὺ τί εἶδες; τοῦ λέει ὁ Θεός. –Ἐγώ, λέει, Κύριε, εἶδα ἕνα γέροντα,ποὺ εἶχε διαπράξει μεγάλα ἐγκλήματα, νὰ γονατίζῃ μετανοημένος μπροστὰ στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὰ δάκρυά του νὰ πέφτουν στὴ γῆ· καὶ πῆρα καὶ σοῦ ἔφερα δυὸ δάκρυα ἀπ᾿αὐτά. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔλεγε αὐτὰ ὁ ἄγγελος, χτύπησαν οἱ καμπάνες τοῦ οὐρανοῦ· γιατὶ «χαρὰ γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15,7,10).

Τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ἀγαπητοί μου, εἶναι τὰ μόνα ποὺ ὠφελοῦν καὶ σῴζουν. Αὐτὰ ἔχυσε ὁ Δαυῒδ ὁ προφήτης ποὺ ἁμάρτησε·σηκωνόταν τὴ νύχτα, ἔκλαιγε καὶ μούσκευε τὸ προσκέφαλό του στὰ δάκρυα. Αὐτὰ ἔχυσε ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα τῆς Μεγάλης Τρίτης, ποὺ τὰ ἀνέμιξε μὲ τὰ μύρα καὶ τὰ σφούγγισε μὲ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς της. Αὐτὰ ἔχυσαν καὶ δύο γυναῖκες ποὺ ἑορτάζουν στὶς 8 Ὀκτωβρίου. Ἀνοῖξτε τὰ βιβλία καὶ διαβάστε. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ γιορτάζουν δύο τέως πόρνες. Ἡ μία εἶναι ἡ ὁσία Πελαγία. Ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς διαβόητες ἁμαρτωλὲς τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ κατόπιν μετανόησε. Κλείστηκε σ᾿ ἕνα κελλί, καὶ τρία ὁλόκληρα χρόνια δὲν πέρασε μέρα χωρὶς νὰ κλάψῃ. Τὰ μάτια ἐκεῖνα, ποὺ πετοῦσαν φωτιὲς τῆς κολάσεως, ποὺ ἦταν ἀγκίστρι τοῦ διαβόλου καὶ κατέβαζαν ψυχὲς στὸν ᾅδη, ἔγιναν βρύσες τοῦ οὐρανοῦ ποὺ ἔσταζαν δάκρυα πολύτιμα. Ἡ ἄλλη πόρνη εἶναι ἡ ἁγία Ταϊσία. Μετανόησε κι αὐτὴ καὶ ἔφυγε στὴν ἔρημο. Καὶ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της ἔλεγε μετὰ δακρύων· Ὦ Κύριε τοῦ οὐρανοῦ, ἐλέησε κ᾿ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή.

Δῶστε μου, ἀγαπητοί μου, ἕνα τέτοιο δάκρυ, ἕνα δάκρυ τοῦ Δαυΐδ, ἕνα δάκρυ τῆς ἁμαρτωλῆς τῆς Μεγάλης Τρίτης, ἕνα δάκρυ τῆς ὁσίας Πελαγίας καὶ τῆς ἁγίας Ταϊσίας, δῶστε μου ἕνα τέτοιο δάκρυ καὶ σᾶς χαρίζω τὰ πλούτη ὅλου τοῦ κόσμου. Συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί μου, ἂς προσφέρουμε ὅλοι τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μας στὸ Θεό, γιὰ νὰ ἐλεηθοῦμε καὶ ν᾿ ἀξιωθοῦμε τοῦ παραδείσου. Ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχῃ λύπη, δάκρυ, φέρετρο· δὲν θὰ ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλὰ αἰώνιος ζωή. Ἐκεῖ θὰ ὑπάρχῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

 (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Saturday the 20th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©