ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

«Ἄνθρωπον ζητῶ!»

«Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν» (Ματθ. 14,15)

Περὶ τῆς ἐρήμου ὁμιλεῖ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, περὶ ἐρήμου θὰ μιλήσουμε κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου. Τί εἶνε μία ἔρημος; Ὅλοι γνωρίζουμε· εἶνε μία περιοχὴ ποὺ δὲν ἔχει δέντρα, σκιά, νερό· δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ ἄνθρωπος ἐκεῖ. Εἶνε μία θάλασσα ὄχι ἀπὸ νερὸ ἀλλ᾽ ἀπὸ ἄμμο· ὁ ἥλιος καίει τὴν ἄμμο καὶ τὸ θερμόμετρο ἀνεβαίνει μέχρι 60 - 70 βαθμοὺς Κελσίου. Στὴν πατρίδα μας δὲν ἔχουμε τέτοιες περιοχές. Στὴν Ἀφρική, θά ᾽χετε ἀκούσει, ὑπάρχει ἡ μεγάλη ἔρημος τῆς Σαχάρας, ποὺ εἶνε ἑξήντα-ἑβδομήντα-ὀγδόντα φορὲς μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ χώρα μας. Ἔρημος! Οἱ στρατιῶτες μας στὴ Μικρασιατικὴ ἐκστρατεία, πρὶν φθάσουν στὸ Σαγγάριο ποταμό, πέρασαν τὴν Ἁλμυρὰ ἔρημο. Πόσο ὑπέφεραν ἀπὸ τὴ δίψα τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ πῶς ἔπεσαν στὸ ποτάμι νὰ πιοῦν νερό!

* * *

Ἀλλὰ στὴν ἔρημο μᾶς μεταφέρει σήμερα καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ εὐαγγέλιο. Σὲ ποιά ἔρημο; Σ᾽ αὐτὴν ποὺ ἐκτείνεται σὲ ἀπόστασι 10 - 15 χιλιομέτρων πέρα ἀπὸ τὴ λίμνη Γεννησαρέτ. Ἐκεῖ βρέθηκαν πέντε χιλιάδες ἄντρες. Τί ἦταν αὐτοί, στρατιῶτες; καταδίωκαν κανένα ἐχθρό; τί ζητοῦσαν μέσα στὴν ἔρημο; Κι ὄχι μόνο αὐτοὶ ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ ἦταν διπλάσιοι ἀπὸ τοὺς ἄντρες. Ἕνας λαὸς ὁλόκληρος δηλαδή, δεκαπέντε χιλιάδες, βρέθηκαν στὴν ἔρημο. Μὰ τί γύρευαν ἐκεῖ; γιατί ἄφησαν τὰ σπίτια τους; γιατί ἔκλεισαν τὰ μαγαζιά τους; γιατί οἱ μανάδες πῆραν τὰ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιὰ καὶ ἔτρεξαν; Διότι ἐκεῖ ἦταν ἕνας μαγνήτης· ὅπως ὁ μαγνήτης τραβάει μέταλλα, καρφίτσες καὶ βελόνες, ἔτσι μέσα στὴν ἔρημο ἦταν ἕνας μαγνήτης, ὄχι ἀπὸ σίδερο ἀλλὰ μαγνήτης πνευματικός, μαγνήτης ὑπέρθειος, ποὺ τραβοῦσε τὶς ψυχὲς κοντά του· ἦταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Γι᾽ αὐτό, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε στὴν ἔρημο, τ᾽ ἄφησαν ὅλα καὶ πῆγαν κοντά του νὰ τὸν ἀκούσουν. Κανείς ὅμως δὲν ἔφερε μαζί του τρόφιμα. Καὶ στὴν ἐρημιὰ δὲν ὑπῆρχαν ξενοδοχεῖα, ἑστιατόρια, μέσα διατροφῆς. Μόνο πέντε ψωμιὰ ὑπῆρχαν καὶ δύο ψάρια. Μὰ τί νὰ κάνουν αὐτὰ σὲ τόσο λαό; Κι ἀπὸ ἕνα ψίχουλο νά ᾽παιρνε καθένας, δὲν ἔφταναν γιὰ τόσες χιλιάδες στόματα. Ἐκεῖ χρειάζονταν τόννοι· θά ᾽πρεπε νά ᾽ρθῃ ἕνα καράβι ἢ ἕνας σιδηρόδρομος μὲ βαγόνια, γιὰ νὰ τραφῇ ἐκεῖνος ὁ κόσμος. Καὶ ὅμως τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Μὴ φοβᾶστε γιὰ τὸ λαό, γιὰ τὴν κοινωνία, γιὰ τὸ σπίτι, ὅταν ἐπάνω του ἔχῃ ἁπλωμένα τὰ χέρια του ὁ Χριστός. Ὅπου ἁπλώνει ἐκεῖνος τὰ εὐλογημένα χέρια του, καὶ τὸ χῶμα γίνεται χρυσάφι. Ὁ Χριστὸς ἐκεῖ στὴν ἔρημο ἔστρωσε τραπέζι! Δὲν ὑπῆρχαν βέβαια σερβίτσια πολυτελείας, χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ κουτάλια καὶ πιρούνια, τραπεζομάντηλα μεταξωτά· κάθισαν κάτω στὸ χῶμα τῆς γῆς, «πρασιαὶ πρασιαὶ ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα»(Μᾶρκ. 6,40). Καὶ μετὰ –ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε– ὁ Χριστὸς πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, τὰ εὐλόγησε, τὰ ἔκανε κομμάτια καὶ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητάς του, κι αὐτοὶ στοὺς ἀνθρώπους. Μοίραζαν, μοίραζαν· σὰν ποτάμι, σὰν θάλασσα ποὺ δὲν στερεύει, ἔτσι τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ δὲν σταμάτησαν νὰ δίνουν. Καὶ ἔφαγαν τόσες χιλιάδες ἄνθρωποι, χόρτασαν, καὶ ἔμειναν καὶ περισσεύματα. Περίεργο σοῦ φαίνεται; δὲν τὸ πιστεύεις τὸ θαῦμα αὐτό; Μὰ κάθε χρόνο ὁ Χριστὸς τὸ ἐπαναλαμβάνει, στρώνει τραπέζι. Κάθε χρόνο ὁ γεωργὸς παίρνει τὸν σπόρο καὶ τὸν σπέρνει μέσα στὴ γῆ, στὴν ἴδια γῆ ποὺ ἔθρεψε τὸν πατέρα μου, τὸν παπποῦ μου, γενεὲς καὶ γενεές· ἀπὸ ᾽κεῖ μέσα βγαίνουν ὅλα· τὸ σιτάρι, τὸ καλαμπόκι, ὅλα τὰ δέντρα καὶ οἱ καρποί. Μεγάλο μυστήριο. Ἂς ἔρθουν οἱ γεωπόνοι νὰ τὸ ἐξηγήσουν ἢ ἂς φτειάξουν μιὰ χούφτα χῶμα· ἀπὸ τὸ χῶμα βγαίνουν ὅλα καὶ στὸ χῶμα ἐπιστρέφουν ὅλα, καθὼς καὶ ἐμεῖς κατὰ τὸ σῶμα· «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19). Βλέπεις πῶς τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἐρήμου ἐπαναλαμβάνεται κάθε χρόνο στὴ γῆ;

* * *

Ἀλλὰ τώρα, ἀδελφοί μου, θέλω νὰ σᾶς πῶ κάτι ἄλλο, καὶ μὴ φανῇ παράξενο· καὶ ἐμεῖς εἴμαστε σὲ ἔρημο· τὸ καταλάβατε; –Μπᾶ, τί εἶν᾽ αὐτά; πῶς εἴμαστε σὲ ἔρημο, ἀφοῦ ζοῦμε σὲ κατοικημένες περιοχές, ποῦ βλέπεις ἔρημο; Δὲν ἐννοῶ φυσικὴ ἔρημο· ἐννοῶ μία ἄλλη, ψυχικὴ ἔρημο. Ἡ φυσικὴ ἔρημος δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν ἔλλειψι νεροῦ· ἡ ψυχικὴ ἔρημος, ποὺ εἶνε χειρότερη, δημιουργεῖται ἀπὸ ἄλλη ἔλλειψι, ποὺ προκαλεῖ ἄλλη δίψα. Τί διψάει ἡ ψυχή; Διψάει κυρίως τὸ Θεό. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ψαλμῳδὸς λέει· «Ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ»(Ψαλμ. 62,2). Διψάει τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, τὴν ἀλήθεια του, τὴ χάρι του, τὴν εὐλογία του, τὸ ἔλεός του. Τί ἄλλο διψάει ὁ ἄνθρωπος καὶ δὲν τὸ ᾽χει σήμερα; τί διψάει ὁ πατέρας, ἡ μάνα, τὸ παιδί, ὁ Ἕλληνας, ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος, ὁ καθένας; Μιὰ δίψα νιώθουν μέσα στὴν ἀπέραντη ἔρημο· διψοῦν ἀνθρωπιά, ἀγάπη, ἐλπίδα, εὐγενῆ αἰσθήματα. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κάνω περισσότερο κατανοητό, ἀναφέρω ἕνα ἀνέκδοτο, ποὺ ὅλοι σας λίγο - πολὺ τὸ γνωρίζετε. Στὴν Ἀθήνα, στὰ πρὸ Χριστοῦ χρόνια, παρουσιάστηκε ὁ Διογένης. Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ἀδικία, τὴν ἁρπαγή, τὴν ἐκμετάλλευσι, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν ἀπανθρωπία, ὅλα αὐτά, καὶ ἡ ψυχή του ἀντιδροῦσε. Σπίτι αὐτὸς δὲν εἶχε, φτωχὸς ἦταν. Λοιπὸν τί ἔκανε; Μέρα - μεσημέρι, σὲ ὥρα αἰχμῆς κ᾽ ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔκαιγε τὶς πέτρες, ἄναψε ἕνα φανάρι –δὲν ἦταν παλαβός, τὰ εἶχε τετρακόσα– καὶ κρατώντας το διέσχιζε τὴν πόλι λέγοντας· «Ἄνθρωπον ζητῶ!». –Ἄνθρωπο ζητᾷς; τοῦ ἔλεγαν· νά τόσοι ἄνθρωποι μπροστά σου. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἐπέμενε· –«Ἄνθρωπον ζητῶ!». Γύριζε ὅλη τὴν Ἀθήνα καὶ δὲν ἔβρισκε ἄνθρωπο. Τί ἐννοοῦσε; Ὄχι ἄνθρωπο ποὺ νὰ ἔχῃ ἁπλῶς σῶμα, ἀλλὰ ἄνθρωπο μὲ μεγάλη ψυχὴ καὶ ἀνώτερα φρονήματα· ἄνθρωπο ποὺ νὰ στέκῃ ψηλά, νὰ αἰσθάνεται εὐγενικά, νὰ ἑλκύεται ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ ὑπέροχα. Δὲν ὑπῆρχε τέτοιος ἄνθρωπος. Κ᾽ ἐγὼ λοιπὸν σήμερα σὰν κήρυκας κρατῶ ὄχι τὸ φανάρι τοῦ Διογένη ἀλλὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο, περνῶ μέσα ἀπὸ τὶς τάξεις τῆς κοινωνίας, φωνάζω καὶ λέω· «Ἄνθρωπον ζητῶ», Χριστιανὸν ζητῶ. Ἂν βρῆτε πουθενὰ ἀληθινὸ Χριστιανό, φέρτε τόν μου νὰ πέσω νὰ τὸν προσκυνήσω, ὅποιος κι ἂν εἶνε. Χριστιανὸν ζητῶ· Χριστιανὸ ὄχι στὴν ταυτότητα, ὄχι στὰ λόγια, ἀλλὰ στὰ ἔργα, στὴν πρᾶξι, στὴν ἐνέργεια, στὶς σκέψεις, στὸ αἴσθημα. Χριστιανὸν ζητῶ, Χριστιανὸ ζητᾷ ἡ κοινωνία. Μὴ βλέπετε τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνισι· τὰ κουστούμια, τὶς χρυσὲς καδένες, τὶς τουαλέττες τῶν Παρισίων, τὰ διπλώματα καὶ τοὺς τίτλους, τὰ βαψίματα καὶ τὰ στολίδια. Ἂν ἀφαιρέσῃς τὶς μάσκες αὐτές, τί μένει; Χίλιες φορὲς ἀνώτερος ἕνας χωριάτης, ἕνας τσοπᾶνος ποὺ πιστεύει στὸ Θεὸ ἀπὸ ἕναν ἐπιστήμονα ἄπιστο. «Ἄνθρωπον ζητῶ»· τὰ ὀρφανὰ ζητοῦν πατέρα, οἱ χῆρες προστάτη, οἱ ἐργάτες ἐργοδότη, οἱ φτωχοὶ βοήθεια· ὁ ἄντρας ζητάει γυναῖκα πιστή, ἡ γυναίκα ἄντρα τίμιο, τὰ παιδιὰ σπίτι - ζεστὴ φωλιά. Ἔρημος, δυστυχῶς, ὁ κόσμος! Ποῦ κατήντησε ὁ ἐξελιγμένος ἄνθρωπος! ἔγινε θηρίο «ἐπιστημονικό». Θηρίο εἶνε ὁ φιλάργυρος, ὁ πλεονέκτης, ὁ θυμώδης καὶ ὀργίλος, ὁ κενόδοξος. Εἶνε ἄνθρωποι αὐτοὶ πού, ἐνῷ χτυπάει ἡ καμπάνα, ἀδιαφοροῦν; Πῶς νὰ σὲ ὀνομάσω ἄνθρωπο; σοῦ ᾽δωσε πόδια ὁ Θεὸς γιὰ νά ᾽ρχεσαι στὴν ἐκκλησιά, κ᾽ ἐσὺ τρέχεις γιὰ τὸ διάβολο· σοῦ ᾽δωσε χέρια γιὰ νὰ ἐλεῇς, κ᾽ ἐσὺ ἁρπάζεις· σοῦ ᾽δωσε γλῶσσα νὰ τὸν ὑμνῇς, νὰ λὲς, «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ» (Ἠσ. 6,3· θ. Λειτ.), κ᾽ ἐσὺ τὸν βλαστημᾷς. Κάποτε ὁ ἄνθρωπος ἦταν χαριτωμένος, ὄντως ἄνθρωπος· «ἦ χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρωπος ᾖ» (Μένανδρος). Ἦταν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ζοῦσε ἀγγελικά, σὰν «ἔνσαρκος ἄγγελος» ὅπως ὁ Ἠλίας (ἀπολυτίκ.). Τώρα κατήντησε χειρότερος ἀπὸ τὰ θηρία, σαρκωμένος δαίμονας, χειρότερος κι ἀπὸ τὸ διάβολο, γιατὶ ὁ διάβολος δὲν βλαστημάει τὸ Θεό, ἀκούει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τρέμει. Ἔρημος ὁ κόσμος ἀπὸ πίστι, ἀπὸ ἀγάπη, ἀπὸ αἰσθήματα εὐγενῆ. Ἐάν, ἀδέρφια μου, ἐξακολουθήσουμε ἔτσι, τότε θά ᾽ρθῃ ὥρα –γράψατέ το– ποὺ μέσα σὲ μιὰ νύχτα ὁ τόπος θὰ ἐρημώσῃ. Ἔρχεται ἡμέρα φοβερὰ Κυρίου παντοκράτορος· θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐα· «καὶ καταλειφθήσονται πόλεις ἔρημοι» (βλ. Ἠσ. 24,6-12). Ὦ Χριστέ, ὦ Παναγιά, ἔλεος στὸν κόσμο. Ἂς ἁπλώσῃ ἀπάνω μας τὰ χέρια του ὁ Χριστὸς ὁ ἐσταυρωμένος, καὶ ἂς τοῦ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς ὅλοι «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»(Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Χαλανδρίου - Ἀθηνῶν τὴν 24-7-1966. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 18-6-2015.

Thursday the 21st. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©