Η ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ

Print
Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Γεώργιος Κρίππας, Δρ. Νομικής - Συνταγματολόγος

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

neoeidololatreia

...Ως γνωστόν οι νεοειδωλολάτραι ή δωδεκαθεϊσταί εμφανίζονται οπαδοί ορισμένης θρησκείας, ήτοι της των αρχαίων Ελλήνων. Όμως απαξάπαντες γνωρίζουμε, ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία αποτελεί έναν επιστημονικώς αποδεδειγμένον μύθον. Ήδη, ως γνωρίζομεν, οι πρώτοι που ημφισβήτησαν την αξίαν του μύθου της ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, οι οποίοι διετύπωσαν σοβαρωτάτας αμφιβολίας προς την αξιοπιστίαν της διηγήσεως του Ησιόδου δια την δημιουργίαν του κόσμου. Αλλά και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ημφισβήτησαν την αξιοπιστίαν των τοιούτων μύθων[1]. 

Η ειδωλολατρική θρησκεία ως γνωστόν βασίζεται εις την «θεογονίαν» του Ησιόδου (ο Ουρανός και η Γη ενώνονται και αποτελούν ζεύγος, γεννούν τους δώδεκα Τιτάνας και τρεις Κύκλωπας και τρεις Εκατόγχειρας. Ο Κρόνος διαδέχεται τον πατέρα του και νυμφεύεται την αδελφή του Ρέα, ο οποίος αποφασίζει να καταβροχθίση τα τέκνα του, η Ρέα κατορθώνει και σώζει τον υιόν του Δίαν, ο οποίος φυγαδεύε­ται εις το όρος Δίκτη και μεγαλώνει τη φροντίδι των Νυμφών και με γάλα της Αμαλθείας. Ο Ζεύς τελικώς ενηλικιώνεται και επιβάλλεται, δημιουργείται το δωδεκάθεο και εγκαθίσταται εις τον Όλυμπον κ.λπ.).

Όταν λοιπόν τον επιστημονικής αποδεδειγμένον τοιούτον μύθον κάποιοι σύγχρονοι επιδιώκουν να αναστήσουν και επιβάλουν εις τον κόσμον και εν πλήρει γνώσει, ότι πρόκειται περί μύθου, είναι σαφές ότι αναφαίνεται το κοινωνικώς επικίνδυνον των τοιούτων θεωριών. Παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα από περιοδικόν των δωδεκαθεϊστών, προς απόδειξιν τούτου. Εις το περιοδικόν των δωδεκαθεϊστών ΔΑΥΛΟΣ (Ιανουάριος 2002), σελ. μη ηριθμημένη (τιθεμένη μεταξύ των σελίδων 15533 και 15536), παρατίθεται το εξής κείμενον υπό τον τίτλον «ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ»:

«Μνημόνιο συνεργασίας για την Ολυμπιάδα του 2004 υπέγραψε η Εκκλησία της Ελλάδος με την Οργανωτική Επιτροπή των Αγώ­νων. Εκείνοι που κάποτε απαγόρευσαν δια της ποινής του θανάτου τους Ολυμπιακούς αγώνες, που διαβολοποίησαν τον αθλητισμό και μισούν το ανθρώπινο σώμα, σήμερα δηλώνουν πως νοιάζονται τάχα για την Ολυμπιάδα. Αυτή είναι η κατάντια της ρωμιοσύνης».

Όπως βλέπουμε εδώ η αίρεσις των δωδεκαθεϊστών δεν εμπεριέχει μόνον τον κίνδυνον τον οποίον μελετά η εγκληματολογία. Ανα­φέρει –αν το προσέξουμε- ότι: α) Η Εκκλησία της Ελλάδος διαβολοποίησε τον αθλητισμό. β) Η Εκκλησία της Ελλάδος μισεί το ανθρώπινο σώμα (όλοι γνωρίζουμε, ακόμη και οι μη έχοντες γνώσεις θεολογικάς, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θεωρεί το ανθρώπινον σώμα ως μέλος του Σώματος του Κυρίου), γ) Ότι αυτό αποτελεί κατάντια της ρωμιοσύνης.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός, δια να αντιληφθή, ότι δια του ως άνω δημοσιεύματος υβρίζεται, κατεξευτελίζεται και λοιδωρείται μία γνωστή θρησκεία (Ορθόδοξος Χριστιανική), εις την οποί­αν ανήκει το 97% περίπου των Ελλήνων. Δεν χρειάζεται επίσης κα­νείς να είναι εγκληματολόγος ή κοινωνιολόγος, δια να αντιληφθή, ότι δια των ως άνω φράσεων καλλιεργείται εντέχνως, εντόνως αλλά και καταλυτικώς και διαχέεται άσβεστον το μίσος κατά των Ορθοδόξων Χριστιανών και κατά της θρησκείας τους.

Το ίδιον περιοδικόν εις την σελίδα 15538 αναφέρει δια τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον ότι τυγχάνει ο άνθρωπος: «που πλήρωνε συμμορίες τραμπούκων με την εντολή του να διατρέχουν την Μικρά Ασία και όπου ευρίσκουν τα “καταραμένα” ελληνικά κτίσματα “ες έδαφος φέρειν” (άπαντα απαράμμιλης τέχνης) είναι και τα καλύτε­ρα σχόλια για τον βίο και την πολιτεία του ανδρός».

Το εν λόγω δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «ΔΥΟ ΜΙΣΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟ­ΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ». Περαιτέρω αναφέρεται στον «μισελ­ληνισμόν» (τον ακραίον όπως δηλώνει) των τριών Ιεραρχών. Εννοείται, ότι δι’ όλα αυτά ως μόνον επιχείρημα επικαλείται μίαν άποψιν της γνωστής λογοτέχνιδος και ακραίας εχθράς της Εκκλησίας Λιλής Ζωγράφου. Και τα λέγουν όλα αυτά ποιοι; Εκείνοι που υπέβαλον εις φοβερά μαρτύρια μέχρι θανάτου περί τα13.000.000 Αγίους Μάρτυ­ρας του Χριστιανισμού, απλώς και μόνον διότι διετύπωναν δημοσίως τας θρησκευτικάς των απόψεις.

Είναι λοιπόν χαρακτηριστικόν, ότι οι αρχαιολάτραι ως πρώτον στοιχείον που τους χαρακτηρίζει είναι το άσβεστον και λυσσαλέον μίσος κατά των Χριστιανών και κατά της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας. Και αν μεν η δράσις των σταματούσε εδώ, απλώς θα μπο­ρούσαν να χαρακτηρισθούν ως μισαλλόδοξοι ή και ως γραφικοί. Οπό­τε η όλη δράσις των θα απετέλει αντικείμενον ερεύνης της εγκληματολογίας ή της κοινωνιολογίας ή και της ψυχολογίας, εάν οι ακραίες αυτές απόψεις είχαν τις ανάλογες συνδέσεις.

Όμως οι εν λόγω απόψεις εν όψει δεδομένων διατυπώσεων, ως αι ανωτέρω, δημιουργούν σοβαρώτατον πρόβλημα νομικόν και μάλι­στα ανήκον εις το Ποινικόν Δίκαιον.

Ως γνωστόν το άρθρον 199 του Ποινικού Κώδικος έχει ως εξής επί λέξει:

«Όποιος δημόσια και κακόβουλα καθυβρίζει με οποιονδήποτε τρόπο την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ή άλλη θρη­σκεία ανεκτή στην Ελλάδα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών».

Εκ της εφαρμογής εις την πράξιν της εν λόγω διατάξεως έχουν προκύψει τα εξής μέχρι σήμερον.

α) Η εν προκειμένω καθύβρισις δεν απαιτείται να αναφέρεται ειδικώς εις αυτήν ταύτην την θρησκείαν. Μπορεί να αναφέρεται και εις εκκλησιαστικόν σκεύος.

6) Το έγκλημα είναι τυπικόν και όχι του αποτελέσματος. Δηλ. εκ της καθυβρίσεως δεν απαιτείται να προεκλήθη π.χ. σκάνδαλον, έξαψις παθών κ.λπ. Αρκεί η καθύβρισις και μόνη, χωρίς να χρειάζεται να επέλθουν και κάποια αποτελέσματα. Επομένως και μόνη η χρησιμοποίησις καταφρονητικών εκφράσεων δια την Χριστιανικήν ή άλλην ανεκτήν θρησκείαν αρκεί δια να επισύρη την καταδίκην των υπαιτίων.

γ) «Καθύβρισις θρησκεύματος» σημαίνει χρησιμοποίησις περιφρο­νητικής εκφράσεως ή εν γένει εκδηλώσεως κατά ορισμένης θρησκεί­ας, γενομένης αμέσως ή εμμέσως, δια φράσεως ή πράξεως αφορώσης τα δόγματα, τα έθιμα, τα σύμβολα, τα σκεύη, τας εικόνας κ.ο.κ.

5) «Δημόσια» είναι η καθύβρισις της θρησκείας, όταν δύναται να υποπέση εις την αντίληψιν τρίτου ή τρίτων εις δημόσιον ή μη χώρον.

ε) «Κακόβουλος» είναι η καθύβρισις της θρησκείας, όταν ο δρά­στης τελεί εν γνώσει του, ότι δια των εκφράσεων που χρησιμοποιεί ή των ενεργιών εις τας οποίας προβαίνει προσβάλλεται ορισμένη θρη­σκεία.

στ) Καθύβρισιν έχομεν και όταν αι εκφράσεις ή εκδηλώσεις αφήνουν ή επιδιώκουν να επέλθη περιφρόνησις εις βάρος της θρη­σκείας.

ζ) Απαιτείται εδώ ο δράστης να έχη ενεργήσει εκ δόλου (δηλ. εκ προθέσεως). Να έχη δηλ. επιδιώξει να προκαλέση περιφρόνησιν εις βάρος της θρησκείας. Δια το παρόν έγκλημα αρκεί και ο λεγόμενος «ενδεχόμενος δόλος». Αυτό σημαίνει, ότι το παρόν αδίκημα θα θεωρη­θεί διαπραχθέν και επισύρον την καταδίκην του υπαιτίου, εφ’ όσον ακόμη και αν ο δράστης δεν επιδιώκη αμέσως το αποτέλεσμα δια των ενεργειών του, αλλά αρκεί και εμμέσως, π.χ. εκ των ενεργειών ή των εκφράσεων του δράστου, πιθανόν να επέλθη, πιθανόν και όχι, περιφρόνησις της άλλης θρησκείας. Εάν όμως ο δράστης και εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν αποδέχεται το ενδεχόμενον (και όχι το βέ­βαιον) αποτέλεσμα της πράξεώς του, είτε συμβή, είτε δεν συμβή, τότε έχομεν τον λεγόμενον ενδεχόμενον δόλον του δράστου, ο οποίος αρκεί δια να του επιβληθή η υπό του νόμου προβλεπομένη ποινή.

Φρονώ, ότι είναι ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος να παρατεθή κατά λέξιν η αιτιολογική έκθεσις της παρούσης διατάξεως του Ποινικού Κω­δικός, η οποία έχει ως εξής:

«Δεν πρόκειται ενταύθα να λυθώσιν έριδες και αμφισβητήσεις θρησκευτικαί και μεταφυσικαί, πρόκειται απλώς και μόνον να τιμωρηθή πράξις το μεν προσβάλλουσα το θρησκευτικόν συναίσθημα, ουτ ίνος η τόνωσις πρέπει να είναι εκ των κυρίων μελημάτων της Πολι­τείας, το δε διαταράσσουσα την κοινωνικήν ειρήνην δια του χλευασμού και της περιυβρίσεως άλλοτρίων πεποιθήσεων, αίτινες θεμιτόν βεβαίως είναι να καταπολεμηθώσι δια σκέψεων, συζητήσεων και επι­χειρημάτων, δεν είναι όμως πρέπον να καθίστανται αντικείμενον χλεύης, διότι κυρία βάσις της ειρηνικής εν τη κοινωνία συμβιώσεως είναι και το να δύναται έκαστος να έχη και να εκφράζη ελευθέρως τας πεποιθήσεις του, εφ’ όσον δια τούτου δεν προσβάλλει τους νό­μους του κράτους, και το να άξιοι σεβασμόν προς αυτάς. Είναι δε τοσούτον ισχυρά τα πάθη, τα οποία δια τοιούτων περιυβρίσεων προκαλούνται, ώστε μέγιστον έχει η Πολιτεία συμφέρον εις άρσιν της τοιαύτης αιτίας σοβαρών αδικημάτων δια της απαγορεύσεως των πράξεων εκείνων, αίτινες κατά την κοινήν αντίληψιν και πείραν εισίν επιτήδειαι εις διέγερσιν παθών ή διαιρέσεων κοινωνικών»[2].

Όπως βλέπομεν λοιπόν, ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνωρίζει εις την θρησκείαν και τον προς αυτήν σεβασμόν δύναμιν εγκληματοπροληπτικήν, ήτοι ότι η ενασχόλησις με την θρησκείαν σοβαρώς και υπευθύνως και ο σεβασμός προς αυτήν ασκεί ευεργετικήν επίδρασιν επί των ανθρώπων και αποτρέπει από την τάσιν προς εγκληματικάς πράξεις ως τονώνουσα την δύναμιν αντιστάσεως και αποτρέπουσα την ροπήν προς το έγκλημα. Την άποψιν αυτήν δέχονται οι διαπρεπέστεροι εγκληματολόγοι και πανεπιστημιακοί καθηγηταί τόσον παρ’ ημίν όσον, και παρά την αλλοδαπήν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ημέτεροι Γαρδίκας[3], Καρανίκας[4]. Δασκαλόπουλος[5]. Καθώς και οι πο­λύ γνωστοί αλλοδαποί εγκληματολόγοι καθηγηταί Leaute[6], Schneider[7], Bouzat - Pinatel[8], Benjamin[9], Eisenberg[10], Elster - Lingemann", Kreuzer[11], Miinder[12], Gcmer[13], Harrer[14].

Βλέπουμε λοιπόν, ότι το παρόν θέμα (το του χλευασμού της Ορθο­δόξου Χριστιανικής Εκκλησίας υπό των Νεοειδωλολατρών) εξεταζόμενον και ερευνόμενον από απόψεως αυστηρώς επιστημονικής και ιδία νομικής, εγκληματολογικής και κοινωνιολογικής, αποδεικνύεται εμφανώς, ότι οι ρήσεις, οι φράσεις και οι αφορισμοί που χρησιμοποι­ούν οι περί ων ο λόγος επιστημονικώς αντενδείκνυνται από πάσης πλευράς. Και ναι μεν, εάν επρόκειτο περί απλών ανθρώπων απαιδεύτων, δεν θα είχε κανείς την απαίτηση να γνωρίζουν και την επιστημο­νικήν πλευράν του θέματος και θα μπορούσαμε απλώς να είπωμεν το γνωστόν «εξέστι Κλαζομενίοις ασχημονείν». Όμως τα παραδεί­γματα που παρεθέσαμεν προέρχονται από περιοδικόν επιθυμούν να εμφανίζεται ως επιστημονικόν, ιστορικόν, κοινωνιολογικόν κ.λπ., συγ­χρόνως όμως χρησιμοποιούν αντί επιχειρημάτων ύβρεις και λοιδωρίας πρωτοφανείς δια την περίστασιν. Προσωπικώς νομίζω, ότι η παρούσα περίπτωσις εξεταζόμενη από απόψεως νομικής και μάλιστα ποινικής-, συνιστά μίαν μορφήν του παρόντος εγκλήματος ακραίαν και επιβαρυντικήν επισύρουσαν αναλόγους βαρυτέρας κυρώσεις. Όχι μόνον διό­τι χλευάζεται και λοιδωρείται ανεπιτρέπτως μία θρησκεία πολύ σοβα­ρή και σπουδαία (η Ορθόδοξος Χριστιανική), προσβαλλομένου βαρέως και βαναύσως του θρησκευτικού συναισθήματος των οπαδών της, αλλά επί πλέον διότι διαταράσσεται η κοινωνική ειρήνη γενικώτερον, η οποία δεν επιτρέπει σε καμμίαν περίπτωσιν και δι’ ουδεμίαν θρησκείαν σοβαράν και παραδοσιακήν τοιαύτας ύβρεις και λοιδωρίας. Εν εναντία περιπτώσει η κατά πάντα αναγκαία δια την ομαλήν πορείαν της κοινωνίας κοινωνική ειρήνη διαταράσσεται βαρέως και ανεπιτρέπτως και δημιουργεί σοβαρώτατον πρόβλημα ιδία δι’ ένα πολιτισμένον κράτος.

Και αυτά ως προς την αντικειμενικήν υπόστασιν του παρόντος εγκλήματος. Τίθεται όμως το ερώτημα: Τι θα είπωμεν ως προς την υ­ποκειμενικήν υπόστασιν των υπαιτίων εν προκειμένω; Συντρέχει δηλ. εις το πρόσωπόν των ο δόλος (άμεσος ή ενδεχόμενος δεν ενδιαφέρει) κατά τα προαναφερθέντα; Επί του σημείου τούτου δεν χρειάζεται να κουρασθή κανείς δια να απαντήση. Η απάντησις δίδεται από τους ίδιους τους νεοειδωλολάτρας (ή αρχαιολάτρας ή εθνικούς ή οπωσδή­ποτε άλλως επιθυμούν να τους αποκαλούμε) και μάλιστα επωνύμως εις επιστολήν πολύ πρόσφατον (της 16.5.2003) απευθυνομένην εις τον Πρύτανιν του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παρα­θέτω επί λέξει τις σχετικές φράσεις, ώστε οι κ.κ. σύνεδροι να δύνανται να έχουν ιδική τους γνώμην και να μην χρειάζεται η ιδική μου συμβολή. Ιδού λοιπόν μερικαί άκρως αποκαλυπτικαί των προθέσεών των φράσεις επί του προκειμένου αναφερόμεναι εις το παρόν επιστη­μονικόν συνέδριον: 

1. Πρόκειται για το προαναγγελθέν, για το τριήμερο 25-27 Μαΐου «Συνέδριο» διαφόρων μισαλλοδόξων ρασοφόρων.

2. Παραχώρηση της αίθουσας στις δυνάμεις του σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας.

3. Ένα τέτοιο αισχρό συνέδριο, το οποίο δεν κινείται μόνον εντός των ορίων της μεσαιωνικής-βυζαντινής κακοηθείας, αλλά και εντός των ορίων της γελοιότητας.

4. Ως αποκλειστικό σκοπό της την πονηρή αναβάθμιση της μεσαι­ωνικής αθλιότητας και του μίσους.

5. Σκοταδιστικό συνέδριο μεσαιωνιστών νοσταλγών των βυζαντι­νών και μεταξικών νομοθετημάτων, που αποτελεί όνειδος για την χώρα μας, η οποία εξαιτίας αυτών και όλων όσων τους ανέχονται γε­λοιοποιείται διεθνώς.

6. Όταν τα Πανεπιστήμιά μας, που ήδη η επιστημονικότητά τους βλάπτεται σοβαρά από την επιβληθείσα ισότιμη φιλοξενία χυδαίων κατηχητικών (θεολογικών) εδρών.

Ενώ λοιπόν οι συντάκται της εν λόγω επιστολής - εφ’ όσον ομιλούν περί επιστήμης- θα μπορούσαν κάλλιστα να παραθέσουν τα επιστη­μονικά τους επιχειρήματα, δια να αποδείξουν δεόντως, ότι όλοι ημείς είμεθα σκοταδισταί, μεσαιωνισταί, νοσταλγοί μεσαιωνικών αθλιοτήτων και βυζαντινής κακοηθείας, ότι γελοιοποιούμε την χώραν μας, ό­τι οι θεολογικές έδρες είναι χυδαίες κ.λπ.ΔΕΝ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΡΟΣ ΣΤΗΡΙΞΙΝ ΤΩΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΤΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗΝ ΤΩΝ ΜΟΝΟΝ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΛΕΓΟΥΝ ΑΥΤΟΙ.Φυσικά κάθε Έλληνας, ακόμη και ο πιο αμόρφωτος, ακόμη και ο πιο ακατάρτιστος γνωρίζει, ότι τέτοιες φράσεις είναι βαρύτατα προσβλητικές, καταφρονητικές και ποτέ δεν τις χρησιμοποιεί. Άρα και οι συντάκται των εν λόγω φράσεων, που εμφανίζονται ως γνώσται της επιστήμης, γνωρίζουν καλλίτερα από κάθε άλλον αμόρφωτο Έλληνα, ότι οι εν λόγω φράσεις είναι αξιόποινες. ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΤΑΥΤΑ ΤΙΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΗΘΕΛΗΜΕΝΩΣ ΚΑΙ ΕΝ ΠΛΗΡΕΙ ΓΝΩΣΕΙ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ. ΔΗΛ. ΜΕ ΑΥΤΑΠΟΔΕΙΚΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΙΝ ΝΑ ΠΡΟΣΒΑΛΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑΝ ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΗΣ, ΤΟΥΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΤΗΣ, ΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ κ.λπ.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι του προαναφερομένου αδικήματος πληρούται όχι μόνον η αντικειμενική, αλλά και η υποκειμενική υπόστασις, και μάλιστα αυταποδείκτως.

Προκύπτει όμως εν προκειμένω εδώ και κάτι άλλο πάρα πολύ σημαντικόν. Οι εκπρόσωποι των νεοειδωλολατρών (ή όπως αλλιώς επιθυμούν να αποκαλούνται), δια των όσων αναφέρουν και ανέφεραν πά­λαι τε και νυν, δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά να αρνούνται εις όλους ημάς το δικαίωμα να εχώμεν ιδίαν και προσωπικήν γνώμην και άποψιν περί των δοξασιών των και να την εκφράζωμεν ελευθέρως και ακωλύτως. Ως γνωστόν η ελευθερία εκφράσεως αποτελεί ατομικόν δικαίωμα, κατοχυρούμενον και υπό του άρθρου 14 του Συντάγματος και υπό του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δι­καιωμάτων. Και αυτό βεβαίως συνάδει και προς τα κρατούντα εν αρχαία Ελλάδι, όπου το εν λόγω δικαίωμα ανεγνωρίζετο εις όλους, όχι μόνον εις τους πολίτας, αλλά και εις τους δούλους. Παραθέτω επί λέξει σχετικόν απόσπασμα του Δημοσθένους (3οςΦιλιππικός, βιβλίον III, παράγραφος 3η): «Υμείς την παρρησίαν επί μεν των άλλων, ούτω κοινήν οίεσθε δείν είναι πάσι τοις εν τη πόλει, ώστε και τοις ξένοις και τοις δούλοις αυτής μεταδεδώκατε, και πολλούς αν τις οικέτας ίδοι παρ’ υμίν μετά πλείονος εξουσίας ό,τι βούλονται λέγοντας η πολίτας εν ενίαις των άλλων πόλεων».

Όπως βλέπομεν λοιπόν, η ελευθερία εκφράσεως (παρρησία απεκαλείτο τότε) ανεγνωρίζετο εις την αρχαίαν Ελλάδα εις απόλυτον και ακραίαν μορφήν δια τους πολίτας αλλά και δια τους δούλους. Ερχόμε­νοι τώρα οι κ.κ. αρχαιολάτραι και υβρίζοντες σκαιότατα πάντα προς αυτούς αντιφρονούντα, πως μπορούν να μας πείσουν περί της ορθότητος των απόψεών των και μάλιστα εις επίπεδον επιστημονικόν; Βλέπο­μεν ότι μένουν έκθετοι.

Ένα άλλο πολύ περίεργον που απαντάται εις την επιστολήν των είναι και η φράσις των, ότι τα μεταξικά νομοθετήματα «αποτελούν όνειδος δια την χώραν μας». Αν όμως προέβαιναν εις ερευνάν επιστημονικήν (νομικήν), θα ανεκάλυπταν ότι εκ των ιχυόντων σήμερα νό­μων, είναι «μεταξικά» νομοθετήματα, ο ισχύων Αστικός Κώδιξ, οι νό­μοι περί ΙΚΑ και ΤΕΒΕ, οι διατάξεις περί αιγιαλού, παραλίας και αιγιαλίτιδος ζώνης, ο ισχύων νόμος περί τύπου και πολλοί άλλοι ισχύοντες και εφαρμοζόμενοι σήμερα νόμοι. Τι θέλουν λοιπόν να μας είπουν οι περί ων ο λόγος κύριοι; Ότι δεν πρέπει να κληρονομούμεν, διότι ο Αστικός Κώδιξ είναι μεταξικός ή δεν πρέπει να παντρευόμα­στε, να ανατρέφουμε τα τέκνα μας, να αγοράζουμε, να πουλάμε, να ενοικιάζουμε, να αναθέτουμε κατασκευές σε εργολάβους κ.λπ., ή μή­πως να αρνούμεθα να συνταξιοδοτηθούμε από το ΙΚΑ ή το ΤΕΒΕ, διότι οι σχετικοί νόμοι είναι «μεταξικοί»;

Βλέπουμε λοιπόν, ότι όλες οι απόψεις των καταρρέουν πατα­γωδώς, εάν εξετασθούν από πλευράς επιστημονικής, και το μόνον το οποίον μένει όρθιον είναι η ανυποχώρητη πρόθεσή τους να προσβά­λουν, υβρίσουν, λοιδωρήσουν και εξευτελίσουν την Ορθόδοξον Χριστια­νικήν Εκκλησίαν και τους εις αυτήν εντεταμένους ποιμένας και πι­στούς της.

Τελειώνοντας πρέπει να διευκρινίσω, ότι σέβομαι απολύτως, ευρέως, ανυποχωρήτως και αδιαμφισβητήτως την τιμήν και την υπόληψιν των εκπροσώπων και οπαδών της αρχαιολατρίας, -ή νεοειδωλολατρίας ή όπως αυτοί οι ίδιοι επιθυμούν να αποκαλούνται (ανακαλουμένων των μη αποδεκτών από αυτούς τίτλων)- και δεν έχω καμμίαν επι­θυμίαν να την προσβάλω. Διαφωνώ μόνον ως προς το επιστημονικώς ορθόν των απόψεών τους, τις οποίες και θεωρώ λανθασμένες επιστημονικώς. Το δικαίωμά μου αυτό να εκφράζω ιδικήν μου άποψιν επί θεμάτων επιστημονικών κατοχυρούται υπό του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και από το άρθρον 14 αυτού.

Μάλιστα ο νόμος (Ποινικός Κώδιξ, άρθρον 367) επιτρέπει και δεν θεωρεί αξιόποινες δυσμενείς εκφράσεις εναντίον καλλιτεχνικών ή επιστημονικών έργων ή απόψεων.Μάλιστα αυτό έχει δεχθεί και το Ευρωπαϊκόν Δικαστήριον Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δια σειράς αποφάσεών του, π.χ. δια της αποφάσεώς του της 8.6.1986 (υπόθεσις LINGENS κατά Αυστρίας) απήλλαξε Αυστριακόν δημοσιογράφον αποκαλέσαντα τον τότε Καγ­κελάριον «δολοφόνον», διότι κατά τον πόλεμον ήταν μέλος των SS. Μάλιστα το Ευρωπαϊκόν Δικαστήριον έχει εφαρμόσει την απαλλαγήν αυτήν και επί θέματος αφορώντος τις αιρέσεις. Ούτω δια της από 27.2.2001 αποφάσεώς του (υπόθεσις JERUSALEM κατά Αυστρίας) απαλλάσσει πάσης ποινικής ευθύνης Δημοτικόν Σύμβουλον του Δή­μου Βιέννης εκφρασθέντα εις βάρος των αιρέσεων και αναφέραντος, ότι η συγκεκριμένη αίρεσις αποτελεί σώμα με ολοκληρωτικόν χαρα­κτήρα, επιδεικνύει φασιστικές τάσεις και έχει Ιεραρχικές δομές με αρνητικόν αποτέλεσμα εις την ψυχολογικήν κατάστασιν των οπαδών της. Αυτές λοιπόν οι φράσεις που ελέχθησαν κατά την διάρκειαν συνεδριάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Βιέννης εις βάρος ορισμένης αιρέσεως, έκρινε το Ευρωπαϊκόν Δικαστήριον, ότι δεν τυγ­χάνουν αξιόποινες και απήλλαξε πάσης ευθύνης την καν Δημοτικόν Σύμβουλον του Δήμου Βιέννης, το όνομα της οποίας ήτο JERUSALEM (δι’ αυτό και η απόφασις έχει πάρει το όνομά της).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ακόμη και αν η διαφωνία μας με τους περί ων ο λόγος δεν περιοριζόταν εις το επιστημονικόν αυστηρώς επίπεδον, αλλά εχρησιμοποιούσαμε και δυσμενείς εις βάρος των εκφράσεις (και συνέτρεχε δεδικαιολογημένον ενδιαφέρον εν προκειμένω - ως ανωτέρω), τότε οι εν προκειμένω δυσμε­νείς φράσεις δεν θα ήσαν αξιόποινες, αφού -ως προαναφέραμε- ο ίδιος ο Ποινικός Κώδιξ εις το άρθρον 367 ρητώς αναφέρει, ότι δεν θεωρούνται αξιόποινες δυσμενείς εκφράσεις επί επιστημονικών έργων ή λόγω άλλων λόγων δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος.Άλλωστε ας μη λησμονάμε, ότι οι προαναφερθείσες βαρείες καταφρονητικές και χλευαστικές φράσεις των περί ων ο λόγος εναντίον των μελών της Ορθοδόξου Χριστιανικής θρησκείας είναι βαρύτατα προσβλητικές και αυταποδείκτως αξιόποινες και βεβαίως ημείς οι Χριστιανοίευρισκόμεθα ήδη αυτήν την στιγμήν εν αμύνη βλέποντες να λοιδωρούμεθα και εξευτελιζόμεθατόσον βαρέως και καταλυτικώς.Άρα έχουμε κάθε δικαίωμα να αμυνθούμε εν προκειμένω και μάλιστα δι’ αναλο­γών (παρανόμων κατ’ αρχήν) ενεργειών, αι οποίαι, αν κριθή ότι εγένον- το εν αμύνη και προς προστασίαν θιγομένου εννόμου αγαθού, ΔΕΝ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ, ως ρητώς ορίζει ο Ποινικός Κώδιξ εις το άρθρον 22 αυτού. Βεβαίως όλα αυτά αναφέρονται εντελώς θεωρητικώς και μόνον χάριν επιστημονικής πληρότητος και δεν προτιθέμεθα να τους ακολουθήσωμεν εις τον τοιούτον καταιγισμόν ύβρεων.

Τελειώνοντας πρέπει να διευκρινισθή, ότι το έγκλημα της καθυβρίσεως θρησκευμάτων (δηλ. της χρησιμοποιήσεως καταφρονητικών εκφράσεων κατ’ αυτών) διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ’ έγκλησιν. Εις την περίπτωσιν αυτήν η άσκησις ποινικής διώξεως είναι υποχρεωτική κατ’ άρθρον 36 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. Το ίδιο προκύπτει και εκ των άρθρων 37 και 43. Η τελευταία μάλιστα αυτή διάταξις αναφέρει, ότι ο Εισαγγελεύς εάν λάβη την καταγγελίαν, υποχρεούται να ασκήση την ποινικήν δίωξιν. Το δε άρθρον 37 αναφέρει, ότι οι Αστυνομικοί και λοιποί ανακριτικοί υπάλληλοι υποχρεούνται να αναγγέλλουν εις τον Εισαγγελέα πάσαν αξιόποινον πράξιν υποπίπτουσαν εις την αντίληψίν των. Αυτά ως προς την δι- κονομικήν πλευράν του θέματος, δια λόγους πληρότητος της επι­στημονικής διαπραγματεύσεως του παρόντος θέματος. 

 

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ 

Το άρθρο που διαβάσατε είναι απόσπασμα και χωρίς παραπομπές, από το ομότιτλο άρθρο του κ. Κρίππα και υπάρχει στο εκπληκτικό βιβλίο: 

«ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑΣ»

Δωδεκαθεϊσμός -Υποτίμηση Παλαιάς Διαθήκης - Ολυμπιακοί Αγώνες

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 25-27 ΜΑΙΟΥ 2003

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΕΟΔΡΟΜΙΑΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2004

 

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον